15.4.2018 Κυριακή του Θωμά στη Μεγάλη Βόλβη

Την ημέρα του αγίου Θωμά, γιορτάζει η εκκλησία της Μεγάλης Βόλβης, που είναι η γενέτειρά μου.

Όπως κάθε χρόνο έτσι και φέτος γιορτάστηκε η πανήγυρη του αγίου Θωμά με μεγάλη μεγαλοπρέπεια. Παρόντες ήταν όλος ο κλήρος της Ιεράς Μητρόπολης Λαγκαδά προεξάρχοντος του Μητροπολίτου, κ.κ. Ιωάννου Τασσιά. Παρούσες ήταν οι αρχές του δήμου Βόλβης με μπροστάρη το δήμαρχο, κύριο Διαμαντή Λιάμα. Όλοι οι δημότες που τόσο όμορφα έχουν κοσμίσει το ναό του αγίου Θωμά λάμπρυναν την πανήγυρη. Και του χρόνου να είμαστε γεροί να γιορτάσουμε τον άγιο Θωμά στο γραφικό χωριό της Μεγάλης Βόλβης (Μπεσίκια).

Φωτογραφίες: Ιερά Μητρόπολη Λαγκαδά

Ἡ τοῦ Γιώργος Αδαμίδης εἰκὼν

Ἡ τοῦ Γιώργος Αδαμίδης εἰκὼν

Ἡ τοῦ Γιώργος Αδαμίδης εἰκὼν

Ἡ τοῦ Γιώργος Αδαμίδης εἰκὼν

Ἡ τοῦ Γιώργος Αδαμίδης εἰκὼν

Ἡ τοῦ Γιώργος Αδαμίδης εἰκὼν

Advertisements

O Σοχός από ψηλά…

Παρακολουθήστε ένα καταπληκτικό βίντεο του χρήστη Cat Nik που παρουσιάζει από ψηλά τις ομορφιές του Σοχού, τον κάμπο του και το επιβλητικό μοναστήρι.

και από χαμηλά με ποδήλατο

 

AΠΟΚΡΙΕΣ 2018

Παρασκευή 16.2.2018

Ήταν και φέτος πολύ όμορφες οι εκδηλώσεις της Σοχινής Αποκριάς. Την Παρασκευή 16.2.2018 παρακολουθήσαμε στο θέατρο του Δημοτικού καταστήματος Σοχού την παράσταση «Στο παλιό το μαχαλά !!!!» από  τη Λαογραφική Ομάδα Γυναικών Σοχού.  Οι συντελεστές της παράστασης και οι ερασιτέχνες, αλλά με επαγγελματική εντέλεια μας μετέφεραν στο Σωχό μιας άλλης εποχής, εκεί στο παλιό μαχαλά με τις απίστευτες ατάκες τους, τα τέλεια σκηνικά και τα κείμενα, μας έκαναν να θυμηθούμε εμείς οι παλιοί και να μαθαίνουν οι νεότεροι. Τους καταχειροκροτήσαμε, γιατί μας μετέφεραν νοητά στην παλιά γειτονιά, το Τρούπτσιο ή 52 μαχαλά, όπου και εγώ ο ίδιος ο γράφων μεγάλωσα. Στο βάθος της παραπάνω φωτογραφίας βλέπουμε το κεμέρι  του Παπάζη, όπως το λέγαμε, για το οποίο έχω αφηγηθεί πολλές ιστορίες -κυρίως για φαντάσματα- στο παρελθόν. Είναι ωραίο που υπάρχουν αυτές οι όμορφες απεικονίσεις του παλιού μαχαλά, πριν το σεισμό του 1976 και ευχαριστώ από καρδιάς τους Κώστα Ασλανίδη και Κώστα Κόφτη που διέσωσαν την τοπική μας ιστορία με το φωτογραφικό τους φακό. 

Ο θεατρικός θίασος μας παρουσίασε με ενάργεια την ατμόσφαιρα και την καθημερινότητα εκείνης της εποχής και το υπέροχο κείμενο ήταν διάσπαρτο με λέξεις του Σοχινού λεξιλογίου, με αστείες ατάκες, καλαμπούρια και δεισιδαιμονίες για σιάνκες και ντιντέικα=φαντάσματα. Χαρήκαμε επίσης τα αυθόρμητα αποκριάτικα γλέντια με τα καρναβάλια με τα κουδούνια και το έθιμο προστάβανι=συγχώρεσης που διδάσκει μαθήματα σεβασμού προς τους μεγαλύτερους σε ηλικία. Ακόμη και τα μικρά παιδιά παίξανε τόσο όμορφα και όλη η παράσταση μας χάρησε αύθονο γέλιο, αλλά και συγκίνηση. Ήταν ο καλύτερος βιωματικός τρόπος να μάθουν τα νέα παιδιά τα έθιμά μας. Το κείμενο επιμελήθηκε ο κύριος Ιωάννης Μήττας, διδάσκαλος σε συνεργασία με την κυρία Χρυσή Νόικου, πρόεδρο της Λαογραφικής Ομάδας Γυναικών Σοχού. 

Δεν μπορώ να αναφέρω όλα τα ονόματα των συντελεστών, γιατί φοβάμαι μήπως ξεχάσω κάποιους και έτσι τους αδικήσω, αλλά δίνω σε όλους τα θερμά μου συγχαρητήρια.

Παρακάτω θα βρείτε όλα τα βίντεο από το ακούραστο «Φιλαδέλφειο κανάλι» : τη θεατρική παράσταση «στον παλιό το μαχαλά», τις εκδηλώσεις του γύφτικου γάμου της Κυριακής, καθώς και το ξακουστό καρναβάλι μας με τους κουδουνοφόρους της Καθαράς Δευτέρας. Πατήστε πάνω στον παρακάτω σύνδεσμο για να δείτε ολόκληρη την θεατρική παράσταση:

https://youtu.be/nKOwpELQLWQ

 

Συγχαρητήρια ακόμα και στους κυρίους Ευάγγελο Μαργαρίτη και Σάκη Τερζή Βραζιλιάνο που καλύπτουν φωτοραφικά πάντα όλες τις εκδηλώσεις του Σοχού.

Με αγάπη και ευχές να είμαστε όλοι καλά να χαρούμε και του χρόνου

Γιώργος Αδαμίδης

ο Σόχαλης

Αποκριές – Καρναβάλια «Μέριου» στο Σοχό

Οι Σοχινοί το καρναβάλι το έχουν στο αίμα τους, καθώς μεταδίδεται από τον παππού στον εγγονό. Μετά το Δωδεκαήμερο ξεκινάει ένας ψυχικός αναβρασμός. Μετά τα Θεοφάνεια ξεκινούν με τα αποκριάτικα τραγούδια και τις μεταμφιέσεις.

Περιγραφή εθίμου:

Κατά το Σάββατο της Τυρινής ανάβουν 3 μεγάλες φωτιές (=ζάπους). Τα παιδιά καθόλη τη διάρκεια του χειμώνα συγκέντρωναν σε αχυρώνες όσα κοφίνια έβρισκαν, για να τα κάψουν και γινόταν ανταγωνισμός ποια γειτονιά θα κάνει το μεγαλύτερο ζάπους. Τραγουδούσαν τα καρναβαλίστικα τραγούδια και οι άνθρωποι προσπαθούσαν να πηδήξουν γύρω από τη φωτιά για καλή υγεία και σοδειά, αλλά δύσκολα τα κατάφερναν, γιατί ήταν υψηλή.

Τραγούδια καρναβαλίστικα:

-Ασημένια κρύα βρύση πώς βαστά κρύο νερό;

-Το βαστώ και δεν το χύνω για της αγάπης τον καημό …(ερωτικό)

-Σ’ αγαπώ δεν σε γελάω θέλω να σε παντρευτώ,/

θέλω να σε κάνω ταίρι στη ζωή παντοτινό… (ερωτικό)

2.      Ένα ωραίο χανουμάκι σκερτσόζικο και παχουλό/

Με ξετρελαίνει  ο φερετζές της, όταν τον βλέπω ανοιχτό…(ερωτικό)

Κυριακή πρωί: Κατά τη διάρκεια της θείας λειτουργίας επικρατεί παντού ησυχία λόγω του υψηλού θρησκευτικού ενστίκτου των κατοίκων. Μετά το τέλος οι κουδουνοφόροι ξεχύνονται στους δρόμους και ξεκινάει το μεγάλο πανηγύρι, που συνεχίζεται νυχθημερόν με σατυρικά δρώμενα. Πολλοί κοιμούνται για λίγο με τα κουδούνια και συνεχίζουν ακάθεκτοι.

Πηγή φωτό: folkchannel.gr

Περιγραφή ιεροτελεστίας ντυσίματος του καρναβαλιού:

Μέρη της στολής:

  • Καλπάκι (=μάσκα που μπαίνει στο κεφάλι). Αποτελείται από το σαγιάκι (=μαύρο ύφασμα), που καλύπτει το πρόσωπο και κορυφώνεται κωνικά προς τα πάνω. Το πρόσωπο μπροστά έχει ανοίγματα για τα μάτια, μύτη και το στόμα. Είναι κεντημένο με πολύχρωμα σιρίτια κυκλικά. Έχει μαύρα ή άσπρα μακριά μουστάκια από ουρά αλόγου και ένα σταυρό στο μέτωπο (χριστιανική αιτιολόγηση του εθίμου). Ψηλά έχει κρεμασμένες πολύχρωμες κορδέλες και μια ουρά από αλεπού για στολισμό και να μη το πιάνει μάτι. Από μέσα είναι γεμισμένο με σάλμα.
  • Η στολή είναι από δέρμα μαύρου τράγου και αποτελείται από το σακάκι και το παντελόνι. Μέσα από το σακάκι φοράει πουκάμισο με γυρισμένα τα μανίκια και στον καρπό πλεχτά χειροποίητα μανικέτια με πολλές χρωματιστές γιρλάντες. Εσωτερικά παλιό παντελόνι. Τις παραμονές της γιορτής ειδικοί μάστορες τα έραβαν κάνοντας μεγάλα γλέντια. Ονομαστοί θεωρούνταν οι Άγγελος Γλαβίνας, Κωνσταντίνος Κουκέρης, Βαγγέλης Καρακατούρης.
  • Στα πόδια μαύρες μάλλινες κάλτσες και γουρουνοτσάρουχα με μαύρη φουντωτή τρίχα.
  • Στη μέση φοριόταν τα κυριότερο εξάρτημα: Τέσσερα κυπριά κουδούνια και ένα μπατάλι πίσω. Ο κάθε νοικοκύρης ψάχνει για την ανεύρεση παλιών και καλών κουδουνιών, που να έχουν αρμονικό ήχο. Τα πέντε κουδούνια ζυγίζουν γύρω στα 25 κιλά και τα κυπριά είναι μπρούτζινα, ενώ τα μπατάλι ατσαλολαμαρίνα για να δίνει το πάσο. Τα κυπριά έχουν και ασήμι για καλό ήχο. Ανατρέχουν οι Σοχινοί στα Βαλκάνια και έχουν συλλέξει στο Σοχό χίλιες ντουζίνες κουδουνιών χωρίς να ενδιαφέρονται για το ακριβό κόστος. Κάθε πατέρας έχει ηθική υποχρέωση να προμηθεύσει το γιο με μια ντουζίνα κουδούνια αδιαφορώντας για άλλα υλικά αγαθά της νέας τεχνολογίας.
  • Δένονται σε ένα σκοιν , περνιέται στη μέση και από πάνω ένα κόκκινο, υφαντό αποτροπιαστικό ζωνάρι, για να μη φαίνονται τα σκοινιά. Στο στήθος τέλος περνιέται μια σάρπα πλεχτή στο χέρι, πολύχρωμη για ομορφιά.
  • Στο χέρι γλίτσα και σπαθί, πενηνταράκι ούζο να κερνάει, ένα μεγάλο άσπρο μαντίλι δεμένα με κόμπους στον αγκώνα για να μαζεύει τα κεράσματα (σύκα, πορτοκάλια, ούζα). Στο καπλάκι ή στη σάλπα καρφιτσώνονται και χρήματα.
Πηγή φωτό: folkchannel.gr

Μαζεύονται 5-6 άτομα για να το ντύσουν, οι προσφιλείς τους. Το ντύνουν από κάτω προς τα πάνω. Στο τέλος το καλπάκι ράβεται με σακοράφα και σπάγκο στην κεφαλή, για να στέκεται ίσιο και περήφανο. Τραγουδούν ανάλογα στιχάκια με την προσωπικότητα του. Άλλα για τον ελεύθερο, άλλα για τον ύπανδρο και άλλα για όποιον επιθυμεί τεκνογονία (παλαιότερα το μέριο (=καρναβάλι)) ήταν μόνο άνδρας, σήμερα είναι και γυναίκες και παιδιά. Όταν φεύγει το ρίχνουν νερό με το γκιούμι και την ποτιστήρα, για να πάει καλά η χρονιά και να γίνουν τα καλαμπόκια.

Καθαρά Δευτέρα: μετά τη θεία λειτουργία έχουμε την κορύφωση των εκδηλώσεων με τους κουδουνοφόρους και τα υπόλοιπα δρώμενα.

  • Τις πρωινές ώρες γίνεται το έθιμο της συγχώρεση. Μοιράζονται πορτοκάλια από τους μικρότερους στους μεγαλύτερους για να τους συγχωρήσουν για τυχόν αμαρτήματα ή παραβλέψεις τους και τους φιλούν το χέρι.
  • Τα ανύπαντρα κορίτσια μοιράζουν πίτες νηστίσιμες λόγω της Καθαράς Δευτέρας σε όλο τον κόσμο στην πλατεία και καταναλώνεται αλάδωτη φασολάδα και άφθονος κόκκινος οίνος.
  • Τα μουσικά όργανα (ζουρνάδες, νταούλια από Τζουμαγιά Ηράκλεια Σερρών και χάλκινα Γουμένισσας) παίζουν όλη τη μέρα ακατάπαυστα και ο κόσμος χορεύει. Συγκεντρώνονται πάνω από 25000 άτομα Σοχινοί και από όλη την Ελλάδα, που γοητεύονται από το θέαμα.
  • Το απόγευμα γίνεται η μεγάλη παρέλαση. Περνούν πρώτα τα παιδιά των σχολείων ντυμένα αποκριάτικα με τοπικές ενδυμασίες, μετά οι ηλικιωμένοι του Κ.Α.Π.Η., η μεταμφιεσμένη καμήλα με τον καμηλάρη, η αρκούδα και ο αρκουδογιάννης, ο Μήτσος ο Μακρής με τον ζωντανό ασβό.

Eγώ στην οργάνωση των παρακάτω δρωμένων:

  • Άρματα, που πετούν κομφετί και σοκολάτες σε όλο τον κόσμο,
  • το τρένο του διαβόλου με 20 κάρα και επιβάτες, μπροστά ένα τρακτέρ, που ξεκινούσε από το Μαράσι και έφτανε ως στα Εξοχικά. Στο δρόμο μια φορά μπήκαν λαθρεπιβάτες και έφαγαν το χαλβά, που προοριζόταν για τη χάσκα. Η χάσκα είναι το έθιμο σύμφωνα με το οποίο δενόταν ένα κομμάτι χαλβάς σε ένα καλάμι και όποιος το άρπαζε το έτρωγε κιόλας.
  • Ο γύφτικος γάμος: Με πρωτοβουλία του Κώστα Βαγενά και πρωτεργάτες από τη γειτονιά της Παναγίας (ο Ιωάννης Παλαπίτας στο ρόλο του πεθερού). Άνδρας ντυνόταν νύφη (με έντονο μακιγιάζ), χόρευαν το χορό της κοιλιάς και οι μικροί τσιγγάνοι έτρωγαν λαγάνα και χαλβά.

Ο Σοχινός γάμος με όλα τα ήθη και έθιμα:

Πρωτεργάτης ο Γιώργος Αδαμίδης και  επικουρικούς βοηθούς τα παιδιά του λυκείου Σοχού και τον καθηγητή κ. Τάσο Κατσινίκα. Στο σπίτι της νύφης φορτώνονται 3 άλογα με προίκα (μαξιλάρια, κιλίμια, μπαούλα, μαντίλια, σεμέδες). Οι αγωγιάτες (Χρήστος Ρίζος, Αθανάσιος Δεσποτόπουλος, Τριαντάφυλλος Γρούσκος). Μπροστά από το γάμο προχωρούσε το ντέβερ (=ο άνθρωπος που κουβαλάει το κρασί). Στο ρόλο ο Βαγγέλης Κουζούφης, που φορούσε κοντό παντελόνι, τιράντες, μαντίλι άσπρο στο λαιμό δεμένο, κρατούσε κανάτα με κρασί, μέσα η κανάτα είχε ένα λεμόνι. Στο άλλο χέρι ένα ποτηράκι για να κερνάει για την ευτυχία των μελλονύμφων.

Στις 4 η ώρα συγκεντρωνόταν όλοι οι όμιλοι στο Μαράσι και παρέλαζαν. Την παρέλαση έκλειναν οι κουδουνοφόροι (400-500), πρώτα τα μικρά παιδιά, οι έφηβοι, οι άνδρες και οι μεγαλύτεροι  και σεβάσμιοι στην ηλικία.

Το έθιμο έχει διονυσιακή καταβολή και χάνεται στα βάθη των αιώνων. Και σήμερα συνεχίζεται με θρησκευτική ευλάβεια αναλλοίωτο και χωρίς προσπάθεια αναβίωσης. Από διηγήσεις παλαιοτέρων η γιορτή γινόταν την ημέρα του Αγίου Θεόδωρου, καθώς πίστευαν ότι υπήρχε εικόνα στην εκκλησία του Αγίου Γεωργίου, που παρίστανε τον Άγιο Θεόδωρο με κουδούνια. Οι ίδιοι δεν είμαστε αυτόπτες μάρτυρες αυτού του γεγονότος. Σύμφωνα με τη φήμη, όταν είχε περικυκλωθεί ο άγιος από τους Βαρβάρους; έσφαξε τα γιδοπρόβατα για βρώση λόγω της πείνας και με τα δέρματά τους και τα κουδούνια ντύθηκαν καρναβάλια και οι βάρβαροι τράπηκαν φοβισμένοι από το θέαμα σε φυγή. Στον αιώνα το μέριο γιορτάζεται την ημέρα των Αποκριών.

Την ημέρα των Σαράντα Μαρτύρων (9 Μαρτίου) ακόμη και σήμερα, κι αν ακόμα έχει τελειώσει η επίσημη Αποκριά, ντύνονται πολλά καρναβάλια και πηγαίνουν στο εξωκλήσι τους ανατολικά του χωριού.

Το ποδιακό στις 2 Ιανουαρίου

Στις 2 Ιανουαρίου γινόταν το ποδαρικό,

Κάθε παιδάκι γέμιζε ένα μπουκάλι νερό και πήγαινε από σπίτι σε σπίτι, έριχνε λίγο νερό σε κάθε γωνία και έλεγε:
Καλούς γαμπρούς ή καλές νύφες.
Για νεόνυμφους:
Πολλά κορτσούδια, πολλά παιδούδια.
Για λοιπές περιστάσεις:
Πολλά μπερεκέτια, γάλα, αρνάκια ή ό,τι επιθυμούσε ο καθένας.
Πριν φύγουν κάθονταν κοντά στο τζάκι και έλεγαν:
Όπως κάθομαι εγώ να κάτσει και το μπερεκέτι.
Στις 2 Ιανουαρίου κανείς δεν εργάζεται και όλοι γλεντούν. Ένας από κάθε παρέα με ένα ποτιστήρι κάνει ποδαρικό στα καταστήματα και ο κάθε καταστηματάρχης δίνει ό,τι έχει ευχαρίστηση (λουκάνικα, ούζο…) και ενωνόταν με την υπόλοιπη παρέα.
Ο αρχηγός της παρέας κρατούσε ένα κλαδί από πουρνάρι και σε αυτό κρεμούσαν όλα τα δώρα, κατέληγαν σε ένα καφενείο και γινόταν το γλέντι μέχρι το πρωί με νταούλια και ζουρνάδες.
Αν σε κάποιον δεν πήγαινε καλά η χρονιά, δεν ήθελε την άλλη χρονιά το ίδιο άτομο για ποδιακό. Αντίθετα, προτιμόταν αυτός που το προηγούμενο έτος έφερνε καλοτυχία.

Τα έθιμα του Δωδεκαήμερου

Posted on by

Στο Σοχό τηρούμε με ευλάβεια τα ήθη και τα έθιμα του Δωδεκαήμερου. Τα περισσότερα από αυτά, που περιγράφω παρακάτω, διατηρούνται μέχρι τις μέρες μας. Σε εμάς τους παλαιότερους φυσικά μας αρέσουν, γιατί έτσι τα βρήκαμε από τους γονείς μας. Στους νεότερους μερικά φαίνονται ίσως παράξενα. Εγώ προσωπικά μεταλαμπάδεψα όλα τα έθιμα στα παιδιά μου και τώρα γιορτάζουμε όλοι μαζί τις γιορτές και τα μαθαίνω και στα εγγόνια μου, για να έχουν αναμνήσεις από τον παππού.

Παραμονή Χριστουγέννων-Άγιος Βασίλης και Θεοφάνεια


Το τραπέζι των Χριστουγέννων

Ο κόσμος νήστευε για τα Χριστούγεννα, για να κοινωνήσει. Όλα τα νοικοκυριά έθρεφαν ένα γρούνι , που το είχαν στο κουμάσι και το έσφαζαν την Παραμονή, για να έχουν όλες τις γιορτινές μέρες κρέας. Την παραμονή μαζευόταν όλη η οικογένεια και έστρωναν το νηστίσιμο τραπέζι με σαρμαδάκια ή φασολάδα. Οι νοικοκυρές ζύμωναν το Χριστόψωμο, που είχε μέσα ένα ασημένιο κέρμα. Κάθονταν στο σοφρά, ο πατέρας έβαζε πάνω χρήματα, χρυσό, σκόρδο, κρασί, λαμπάδα και θυμιατό. Ο νοικοκύρης θύμιαζε όλους τους παρευρισκομένους τρεις φορές για το καλό και έψελναν τα τροπάρια:

Η γέννηση σου Χριστέ ο θεός ημών…

Ο πατέρας θυμιάτιζε όλο το σπίτι φέγγοντας με τη λαμπάδα για το καλό. Μετά έκοβε το χριστόψωμο. Το πρώτο κομμάτι του Θεού, το δεύτερο για τη δουλειά, το τρίτο για το σπίτι και κατόπιν τα υπόλοιπα ιεραρχικά. Έψαχναν στα κομμάτια και ο τυχερός έβρισκε τον παρά. Η ίδια διαδικασία επαναλαμβανόταν την Πρωτοχρονιά με τη βασιλόπιτα και τα Θεοφάνια. Την Πρωτοχρονιά αφού καπνιζόταν για το καλό της χρονιάς, οι πατεράδες έβγαιναν έξω και πήγαιναν στα σπίτια και έπαιζαν χαρτιά (=κουμάρι). Οι κερδισμένοι θεωρούνταν οι τυχεροί της χρονιάς. Στις 2 Ιανουαρίου γινόταν το Ποδιακό και γλεντούσαν ομαδικά χαμένοι και κερδισμένοι. Το έθιμο του Ποδιακού έχω εκτενώς περιγράψει σε προηγούμενή μου ανάρτηση, στην οποία οι ενδιαφερόμενοι μπορούν να ανατρέξουν.

Πολλές μέρες πριν τα Χριστούγεννα οι νοικοκυρές δεν πετούσαν τη στάχτη από το τζάκι, γιατί είχε μια μεγάλη αποστολή. Την Παραμονή την έριχναν γύρω γύρω από το σπίτι, για να μην μπορέσουν να έρθουν οι καρακάντζαλοι. Αυτοί φοβόνταν τη στάχτη (=πιπιλιά) και έφευγαν. Συγκεκριμένα στη γειτονιά μου αυτό το έθιμο το κρατούνταν με θρησκευτική ευλάβεια. Η τέτα Μαριγώ του Κόλτσιου ήταν το υπ’ αριθμόν ένα νούμερο που όχι μόνο καρακάντζαλοι δεν μπορούσαν να περάσουν μέσα στο σπίτι από την καμινάδα, αλλά ούτε άνθρωπος δεν μπορούσε να περάσει, γιατί θα γέμιζαν τα παπούτσια του τόση στάχτη, που θα έπρεπε να πάνε στον τσαγγάρη Νίκο Πελτέκη ή Μπίτσα, για να τα καθαρίσει. Συναγωνιζόταν βέβαια στο έθιμο και η τέτα Βαγγελιώ του Μπουζίνκα, που ήταν αντικριστή γειτόνισσα, αλλά ερχόταν δεύτερη, γιατί δεν είχε φούρνο στο σπίτι της, για να μάσει τόση πιπιλιά. Αντίθετα στης τέτας Μαριγώς το φούρνο φούρνιζαν όλοι οι γείτονες και η στάχτη ήταν άφθονη.

Τα κάλαντα ή κόλαντα

Από τα χαράματα με το λάλημα του κόκορα τα παιδιά έβγαιναν για τα κάλαντα. Οι νοικοκυρές κερνούσαν ξυλοκέρατα, καρύδια, μύγδαλα και οι πιο πλούσιοι μανταρίνια. Τα παιδιά τα μάζευαν σε μια σάκα. Μεγάλα παιδιά όμως γίνονταν κολαντάρια και φόβιζαν τα μικρά. Φορούσαν μια κάπα, τη σήκωναν ψηλά με ένα ξύλο, κρύβονταν στις γωνίες, άνοιγαν την κάπα, έκλειναν μέσα τα μικρά και τους έπαιρναν τα χρήματα. Με τη ανατολή του ήλιου οι μικροί καλανταριστές γυρνούσαν στα σπίτια τους, γιατί δεν τους έδιναν πια χρήματα οι νοικοκυρές. Από τα κολαντάρια που μας έπαιρναν τα κεράσματά μας θυμάμαι τον Αλκιβιάδη του Κόφτη, το Σταμάτη Προίκα, το Νικολάκη Γουλούτη και τον Αθανάσιο Μπουτσούκη ή Κατοικία, για να μην μπερδευόμαστε. Αργότερα βέβαια και εγώ όταν μεγάλωσα μεταπήδησα στις τάξεις των κολανταρίων μαζί με το Σάκη τον Κίνιο, με τον Τάσσο το Μπούφο και το Νίκο το Μάρο. Κάναμε και εμείς αυτές τις αρπαγές.

Πρωτοχρονιά

Την Πρωτοχρονιά γινόταν η σούρβα. Κάθε νοικοκυρά από τα βράδυ είχε ετοιμάσει ένα κλαδί από πουρνάρι, το άναβε στη φωτιά και το έριχνε προς το μέρος που τραγουδούσαν τα παιδιά τη σούρβα, τα οποία πήγαιναν πρώτα στο σπίτι. Η νοικοκυρά φώναζε:

Έξω ψύλλοι και κοριοί
μέσα γάμος και χαρά.

Έλπιζαν ότι με τον ήχο του φλεγόμενου πουρναριού θα φύγουν τα ενοχλητικά έντομα, που βασάνιζαν κατά κόρον τα νοικοκυριά. Στις 2 Ιανουαρίου τα μικρά παιδιά με ένα μπουκάλι νερό στο χέρι πήγαιναν από σπίτι σε σπίτι, έριχναν λίγο νερό στις γωνίες και έλεγαν ανάλογες ευχές παίρνοντας κεράσματα. Πριν φύγουν κάθονταν δίπλα στο οτζάκι λέγοντας:

Όπως κάθομαι εγώ να κάτσει και το μπερεκέτι

και οι νοικοκυρές του έδιναν λίγο χοντρό αλάτι που τα παιδιά το έριχναν στην φωτιά έκανε πρα-πρα-πρα και αυτό γινόταν για ευετηρία.

Θεοφάνεια

Ψαλλόταν η ακολουθία στον ΄Αι- Γιώργη, έπαιρναν τις εικόνες στο ώμο και τις βουτούσαν στου Κουμλούκι το σιντριβάνι για αγιασμό. Κάθε νοικοκυρά βουτούσε τη δική της εικόνιτσα και οι άνδρες αντικείμενα των ζώων (κουδουνάκια, σάλμα από τα σαμάρια) και έτσι αγιάζονταν άνθρωποι και ζώα. Αργότερα με τον αγιασμό του σπιτιού από τον παπά έφευγαν και οι καλικάντζαροι. Στη λαϊκή φαντασία ήταν ανθρωπόμορφοι με μαύρα νύχια σαν νυχτερίδες, πηδούσαν από καμινάδα σε καμινάδα να βρουν σπίτι, που δεν ήταν περικυκλωμένο με στάχτες.
Τα Θεοφάνεια έψελναν τα παιδιά το σχετικό τραγούδι μέρα μετά τον αγιασμό των Υδάτων και φωνάζανε χιού-χιού, που θα πει κάλαντα. Λέγαμε:
Σήμερα τα φώτα και οι φωτισμός και χαρά μεγάλη στους ουρανούς…

Οι νοικοκυρές τους έδιναν ότι είχαν ευχαρίστηση.

Γιώργος Αδάμου Αδαμίδης

Αρέσει σε %d bloggers: