Αποκριές – Καρναβάλια «Μέριου» στο Σοχό

Οι Σοχινοί το καρναβάλι το έχουν στο αίμα τους, καθώς μεταδίδεται από τον παππού στον εγγονό. Μετά το Δωδεκαήμερο ξεκινάει ένας ψυχικός αναβρασμός. Μετά τα Θεοφάνεια ξεκινούν με τα αποκριάτικα τραγούδια και τις μεταμφιέσεις.

Περιγραφή εθίμου:

Κατά το Σάββατο της Τυρινής ανάβουν 3 μεγάλες φωτιές (=ζάπους). Τα παιδιά καθόλη τη διάρκεια του χειμώνα συγκέντρωναν σε αχυρώνες όσα κοφίνια έβρισκαν, για να τα κάψουν και γινόταν ανταγωνισμός ποια γειτονιά θα κάνει το μεγαλύτερο ζάπους. Τραγουδούσαν τα καρναβαλίστικα τραγούδια και οι άνθρωποι προσπαθούσαν να πηδήξουν γύρω από τη φωτιά για καλή υγεία και σοδειά, αλλά δύσκολα τα κατάφερναν, γιατί ήταν υψηλή.

Τραγούδια καρναβαλίστικα:

-Ασημένια κρύα βρύση πώς βαστά κρύο νερό;

-Το βαστώ και δεν το χύνω για της αγάπης τον καημό …(ερωτικό)

-Σ’ αγαπώ δεν σε γελάω θέλω να σε παντρευτώ,/

θέλω να σε κάνω ταίρι στη ζωή παντοτινό… (ερωτικό)

2.      Ένα ωραίο χανουμάκι σκερτσόζικο και παχουλό/

Με ξετρελαίνει  ο φερετζές της, όταν τον βλέπω ανοιχτό…(ερωτικό)

Κυριακή πρωί: Κατά τη διάρκεια της θείας λειτουργίας επικρατεί παντού ησυχία λόγω του υψηλού θρησκευτικού ενστίκτου των κατοίκων. Μετά το τέλος οι κουδουνοφόροι ξεχύνονται στους δρόμους και ξεκινάει το μεγάλο πανηγύρι, που συνεχίζεται νυχθημερόν με σατυρικά δρώμενα. Πολλοί κοιμούνται για λίγο με τα κουδούνια και συνεχίζουν ακάθεκτοι.

Πηγή φωτό: folkchannel.gr

Περιγραφή ιεροτελεστίας ντυσίματος του καρναβαλιού:

Μέρη της στολής:

  • Καλπάκι (=μάσκα που μπαίνει στο κεφάλι). Αποτελείται από το σαγιάκι (=μαύρο ύφασμα), που καλύπτει το πρόσωπο και κορυφώνεται κωνικά προς τα πάνω. Το πρόσωπο μπροστά έχει ανοίγματα για τα μάτια, μύτη και το στόμα. Είναι κεντημένο με πολύχρωμα σιρίτια κυκλικά. Έχει μαύρα ή άσπρα μακριά μουστάκια από ουρά αλόγου και ένα σταυρό στο μέτωπο (χριστιανική αιτιολόγηση του εθίμου). Ψηλά έχει κρεμασμένες πολύχρωμες κορδέλες και μια ουρά από αλεπού για στολισμό και να μη το πιάνει μάτι. Από μέσα είναι γεμισμένο με σάλμα.
  • Η στολή είναι από δέρμα μαύρου τράγου και αποτελείται από το σακάκι και το παντελόνι. Μέσα από το σακάκι φοράει πουκάμισο με γυρισμένα τα μανίκια και στον καρπό πλεχτά χειροποίητα μανικέτια με πολλές χρωματιστές γιρλάντες. Εσωτερικά παλιό παντελόνι. Τις παραμονές της γιορτής ειδικοί μάστορες τα έραβαν κάνοντας μεγάλα γλέντια. Ονομαστοί θεωρούνταν οι Άγγελος Γλαβίνας, Κωνσταντίνος Κουκέρης, Βαγγέλης Καρακατούρης.
  • Στα πόδια μαύρες μάλλινες κάλτσες και γουρουνοτσάρουχα με μαύρη φουντωτή τρίχα.
  • Στη μέση φοριόταν τα κυριότερο εξάρτημα: Τέσσερα κυπριά κουδούνια και ένα μπατάλι πίσω. Ο κάθε νοικοκύρης ψάχνει για την ανεύρεση παλιών και καλών κουδουνιών, που να έχουν αρμονικό ήχο. Τα πέντε κουδούνια ζυγίζουν γύρω στα 25 κιλά και τα κυπριά είναι μπρούτζινα, ενώ τα μπατάλι ατσαλολαμαρίνα για να δίνει το πάσο. Τα κυπριά έχουν και ασήμι για καλό ήχο. Ανατρέχουν οι Σοχινοί στα Βαλκάνια και έχουν συλλέξει στο Σοχό χίλιες ντουζίνες κουδουνιών χωρίς να ενδιαφέρονται για το ακριβό κόστος. Κάθε πατέρας έχει ηθική υποχρέωση να προμηθεύσει το γιο με μια ντουζίνα κουδούνια αδιαφορώντας για άλλα υλικά αγαθά της νέας τεχνολογίας.
  • Δένονται σε ένα σκοιν , περνιέται στη μέση και από πάνω ένα κόκκινο, υφαντό αποτροπιαστικό ζωνάρι, για να μη φαίνονται τα σκοινιά. Στο στήθος τέλος περνιέται μια σάρπα πλεχτή στο χέρι, πολύχρωμη για ομορφιά.
  • Στο χέρι γλίτσα και σπαθί, πενηνταράκι ούζο να κερνάει, ένα μεγάλο άσπρο μαντίλι δεμένα με κόμπους στον αγκώνα για να μαζεύει τα κεράσματα (σύκα, πορτοκάλια, ούζα). Στο καπλάκι ή στη σάλπα καρφιτσώνονται και χρήματα.
Πηγή φωτό: folkchannel.gr

Μαζεύονται 5-6 άτομα για να το ντύσουν, οι προσφιλείς τους. Το ντύνουν από κάτω προς τα πάνω. Στο τέλος το καλπάκι ράβεται με σακοράφα και σπάγκο στην κεφαλή, για να στέκεται ίσιο και περήφανο. Τραγουδούν ανάλογα στιχάκια με την προσωπικότητα του. Άλλα για τον ελεύθερο, άλλα για τον ύπανδρο και άλλα για όποιον επιθυμεί τεκνογονία (παλαιότερα το μέριο (=καρναβάλι)) ήταν μόνο άνδρας, σήμερα είναι και γυναίκες και παιδιά. Όταν φεύγει το ρίχνουν νερό με το γκιούμι και την ποτιστήρα, για να πάει καλά η χρονιά και να γίνουν τα καλαμπόκια.

Καθαρά Δευτέρα: μετά τη θεία λειτουργία έχουμε την κορύφωση των εκδηλώσεων με τους κουδουνοφόρους και τα υπόλοιπα δρώμενα.

  • Τις πρωινές ώρες γίνεται το έθιμο της συγχώρεση. Μοιράζονται πορτοκάλια από τους μικρότερους στους μεγαλύτερους για να τους συγχωρήσουν για τυχόν αμαρτήματα ή παραβλέψεις τους και τους φιλούν το χέρι.
  • Τα ανύπαντρα κορίτσια μοιράζουν πίτες νηστίσιμες λόγω της Καθαράς Δευτέρας σε όλο τον κόσμο στην πλατεία και καταναλώνεται αλάδωτη φασολάδα και άφθονος κόκκινος οίνος.
  • Τα μουσικά όργανα (ζουρνάδες, νταούλια από Τζουμαγιά Ηράκλεια Σερρών και χάλκινα Γουμένισσας) παίζουν όλη τη μέρα ακατάπαυστα και ο κόσμος χορεύει. Συγκεντρώνονται πάνω από 25000 άτομα Σοχινοί και από όλη την Ελλάδα, που γοητεύονται από το θέαμα.
  • Το απόγευμα γίνεται η μεγάλη παρέλαση. Περνούν πρώτα τα παιδιά των σχολείων ντυμένα αποκριάτικα με τοπικές ενδυμασίες, μετά οι ηλικιωμένοι του Κ.Α.Π.Η., η μεταμφιεσμένη καμήλα με τον καμηλάρη, η αρκούδα και ο αρκουδογιάννης, ο Μήτσος ο Μακρής με τον ζωντανό ασβό.

Eγώ στην οργάνωση των παρακάτω δρωμένων:

  • Άρματα, που πετούν κομφετί και σοκολάτες σε όλο τον κόσμο,
  • το τρένο του διαβόλου με 20 κάρα και επιβάτες, μπροστά ένα τρακτέρ, που ξεκινούσε από το Μαράσι και έφτανε ως στα Εξοχικά. Στο δρόμο μια φορά μπήκαν λαθρεπιβάτες και έφαγαν το χαλβά, που προοριζόταν για τη χάσκα. Η χάσκα είναι το έθιμο σύμφωνα με το οποίο δενόταν ένα κομμάτι χαλβάς σε ένα καλάμι και όποιος το άρπαζε το έτρωγε κιόλας.
  • Ο γύφτικος γάμος: Με πρωτοβουλία του Κώστα Βαγενά και πρωτεργάτες από τη γειτονιά της Παναγίας (ο Ιωάννης Παλαπίτας στο ρόλο του πεθερού). Άνδρας ντυνόταν νύφη (με έντονο μακιγιάζ), χόρευαν το χορό της κοιλιάς και οι μικροί τσιγγάνοι έτρωγαν λαγάνα και χαλβά.

Ο Σοχινός γάμος με όλα τα ήθη και έθιμα:

Πρωτεργάτης ο Γιώργος Αδαμίδης και  επικουρικούς βοηθούς τα παιδιά του λυκείου Σοχού και τον καθηγητή κ. Τάσο Κατσινίκα. Στο σπίτι της νύφης φορτώνονται 3 άλογα με προίκα (μαξιλάρια, κιλίμια, μπαούλα, μαντίλια, σεμέδες). Οι αγωγιάτες (Χρήστος Ρίζος, Αθανάσιος Δεσποτόπουλος, Τριαντάφυλλος Γρούσκος). Μπροστά από το γάμο προχωρούσε το ντέβερ (=ο άνθρωπος που κουβαλάει το κρασί). Στο ρόλο ο Βαγγέλης Κουζούφης, που φορούσε κοντό παντελόνι, τιράντες, μαντίλι άσπρο στο λαιμό δεμένο, κρατούσε κανάτα με κρασί, μέσα η κανάτα είχε ένα λεμόνι. Στο άλλο χέρι ένα ποτηράκι για να κερνάει για την ευτυχία των μελλονύμφων.

Στις 4 η ώρα συγκεντρωνόταν όλοι οι όμιλοι στο Μαράσι και παρέλαζαν. Την παρέλαση έκλειναν οι κουδουνοφόροι (400-500), πρώτα τα μικρά παιδιά, οι έφηβοι, οι άνδρες και οι μεγαλύτεροι  και σεβάσμιοι στην ηλικία.

Το έθιμο έχει διονυσιακή καταβολή και χάνεται στα βάθη των αιώνων. Και σήμερα συνεχίζεται με θρησκευτική ευλάβεια αναλλοίωτο και χωρίς προσπάθεια αναβίωσης. Από διηγήσεις παλαιοτέρων η γιορτή γινόταν την ημέρα του Αγίου Θεόδωρου, καθώς πίστευαν ότι υπήρχε εικόνα στην εκκλησία του Αγίου Γεωργίου, που παρίστανε τον Άγιο Θεόδωρο με κουδούνια. Οι ίδιοι δεν είμαστε αυτόπτες μάρτυρες αυτού του γεγονότος. Σύμφωνα με τη φήμη, όταν είχε περικυκλωθεί ο άγιος από τους Βαρβάρους; έσφαξε τα γιδοπρόβατα για βρώση λόγω της πείνας και με τα δέρματά τους και τα κουδούνια ντύθηκαν καρναβάλια και οι βάρβαροι τράπηκαν φοβισμένοι από το θέαμα σε φυγή. Στον αιώνα το μέριο γιορτάζεται την ημέρα των Αποκριών.

Την ημέρα των Σαράντα Μαρτύρων (9 Μαρτίου) ακόμη και σήμερα, κι αν ακόμα έχει τελειώσει η επίσημη Αποκριά, ντύνονται πολλά καρναβάλια και πηγαίνουν στο εξωκλήσι τους ανατολικά του χωριού.

Advertisements

Το ποδιακό στις 2 Ιανουαρίου

Στις 2 Ιανουαρίου γινόταν το ποδαρικό,

Κάθε παιδάκι γέμιζε ένα μπουκάλι νερό και πήγαινε από σπίτι σε σπίτι, έριχνε λίγο νερό σε κάθε γωνία και έλεγε:
Καλούς γαμπρούς ή καλές νύφες.
Για νεόνυμφους:
Πολλά κορτσούδια, πολλά παιδούδια.
Για λοιπές περιστάσεις:
Πολλά μπερεκέτια, γάλα, αρνάκια ή ό,τι επιθυμούσε ο καθένας.
Πριν φύγουν κάθονταν κοντά στο τζάκι και έλεγαν:
Όπως κάθομαι εγώ να κάτσει και το μπερεκέτι.
Στις 2 Ιανουαρίου κανείς δεν εργάζεται και όλοι γλεντούν. Ένας από κάθε παρέα με ένα ποτιστήρι κάνει ποδαρικό στα καταστήματα και ο κάθε καταστηματάρχης δίνει ό,τι έχει ευχαρίστηση (λουκάνικα, ούζο…) και ενωνόταν με την υπόλοιπη παρέα.
Ο αρχηγός της παρέας κρατούσε ένα κλαδί από πουρνάρι και σε αυτό κρεμούσαν όλα τα δώρα, κατέληγαν σε ένα καφενείο και γινόταν το γλέντι μέχρι το πρωί με νταούλια και ζουρνάδες.
Αν σε κάποιον δεν πήγαινε καλά η χρονιά, δεν ήθελε την άλλη χρονιά το ίδιο άτομο για ποδιακό. Αντίθετα, προτιμόταν αυτός που το προηγούμενο έτος έφερνε καλοτυχία.

Τα έθιμα του Δωδεκαήμερου

Posted on by

Στο Σοχό τηρούμε με ευλάβεια τα ήθη και τα έθιμα του Δωδεκαήμερου. Τα περισσότερα από αυτά, που περιγράφω παρακάτω, διατηρούνται μέχρι τις μέρες μας. Σε εμάς τους παλαιότερους φυσικά μας αρέσουν, γιατί έτσι τα βρήκαμε από τους γονείς μας. Στους νεότερους μερικά φαίνονται ίσως παράξενα. Εγώ προσωπικά μεταλαμπάδεψα όλα τα έθιμα στα παιδιά μου και τώρα γιορτάζουμε όλοι μαζί τις γιορτές και τα μαθαίνω και στα εγγόνια μου, για να έχουν αναμνήσεις από τον παππού.

Παραμονή Χριστουγέννων-Άγιος Βασίλης και Θεοφάνεια


Το τραπέζι των Χριστουγέννων

Ο κόσμος νήστευε για τα Χριστούγεννα, για να κοινωνήσει. Όλα τα νοικοκυριά έθρεφαν ένα γρούνι , που το είχαν στο κουμάσι και το έσφαζαν την Παραμονή, για να έχουν όλες τις γιορτινές μέρες κρέας. Την παραμονή μαζευόταν όλη η οικογένεια και έστρωναν το νηστίσιμο τραπέζι με σαρμαδάκια ή φασολάδα. Οι νοικοκυρές ζύμωναν το Χριστόψωμο, που είχε μέσα ένα ασημένιο κέρμα. Κάθονταν στο σοφρά, ο πατέρας έβαζε πάνω χρήματα, χρυσό, σκόρδο, κρασί, λαμπάδα και θυμιατό. Ο νοικοκύρης θύμιαζε όλους τους παρευρισκομένους τρεις φορές για το καλό και έψελναν τα τροπάρια:

Η γέννηση σου Χριστέ ο θεός ημών…

Ο πατέρας θυμιάτιζε όλο το σπίτι φέγγοντας με τη λαμπάδα για το καλό. Μετά έκοβε το χριστόψωμο. Το πρώτο κομμάτι του Θεού, το δεύτερο για τη δουλειά, το τρίτο για το σπίτι και κατόπιν τα υπόλοιπα ιεραρχικά. Έψαχναν στα κομμάτια και ο τυχερός έβρισκε τον παρά. Η ίδια διαδικασία επαναλαμβανόταν την Πρωτοχρονιά με τη βασιλόπιτα και τα Θεοφάνια. Την Πρωτοχρονιά αφού καπνιζόταν για το καλό της χρονιάς, οι πατεράδες έβγαιναν έξω και πήγαιναν στα σπίτια και έπαιζαν χαρτιά (=κουμάρι). Οι κερδισμένοι θεωρούνταν οι τυχεροί της χρονιάς. Στις 2 Ιανουαρίου γινόταν το Ποδιακό και γλεντούσαν ομαδικά χαμένοι και κερδισμένοι. Το έθιμο του Ποδιακού έχω εκτενώς περιγράψει σε προηγούμενή μου ανάρτηση, στην οποία οι ενδιαφερόμενοι μπορούν να ανατρέξουν.

Πολλές μέρες πριν τα Χριστούγεννα οι νοικοκυρές δεν πετούσαν τη στάχτη από το τζάκι, γιατί είχε μια μεγάλη αποστολή. Την Παραμονή την έριχναν γύρω γύρω από το σπίτι, για να μην μπορέσουν να έρθουν οι καρακάντζαλοι. Αυτοί φοβόνταν τη στάχτη (=πιπιλιά) και έφευγαν. Συγκεκριμένα στη γειτονιά μου αυτό το έθιμο το κρατούνταν με θρησκευτική ευλάβεια. Η τέτα Μαριγώ του Κόλτσιου ήταν το υπ’ αριθμόν ένα νούμερο που όχι μόνο καρακάντζαλοι δεν μπορούσαν να περάσουν μέσα στο σπίτι από την καμινάδα, αλλά ούτε άνθρωπος δεν μπορούσε να περάσει, γιατί θα γέμιζαν τα παπούτσια του τόση στάχτη, που θα έπρεπε να πάνε στον τσαγγάρη Νίκο Πελτέκη ή Μπίτσα, για να τα καθαρίσει. Συναγωνιζόταν βέβαια στο έθιμο και η τέτα Βαγγελιώ του Μπουζίνκα, που ήταν αντικριστή γειτόνισσα, αλλά ερχόταν δεύτερη, γιατί δεν είχε φούρνο στο σπίτι της, για να μάσει τόση πιπιλιά. Αντίθετα στης τέτας Μαριγώς το φούρνο φούρνιζαν όλοι οι γείτονες και η στάχτη ήταν άφθονη.

Τα κάλαντα ή κόλαντα

Από τα χαράματα με το λάλημα του κόκορα τα παιδιά έβγαιναν για τα κάλαντα. Οι νοικοκυρές κερνούσαν ξυλοκέρατα, καρύδια, μύγδαλα και οι πιο πλούσιοι μανταρίνια. Τα παιδιά τα μάζευαν σε μια σάκα. Μεγάλα παιδιά όμως γίνονταν κολαντάρια και φόβιζαν τα μικρά. Φορούσαν μια κάπα, τη σήκωναν ψηλά με ένα ξύλο, κρύβονταν στις γωνίες, άνοιγαν την κάπα, έκλειναν μέσα τα μικρά και τους έπαιρναν τα χρήματα. Με τη ανατολή του ήλιου οι μικροί καλανταριστές γυρνούσαν στα σπίτια τους, γιατί δεν τους έδιναν πια χρήματα οι νοικοκυρές. Από τα κολαντάρια που μας έπαιρναν τα κεράσματά μας θυμάμαι τον Αλκιβιάδη του Κόφτη, το Σταμάτη Προίκα, το Νικολάκη Γουλούτη και τον Αθανάσιο Μπουτσούκη ή Κατοικία, για να μην μπερδευόμαστε. Αργότερα βέβαια και εγώ όταν μεγάλωσα μεταπήδησα στις τάξεις των κολανταρίων μαζί με το Σάκη τον Κίνιο, με τον Τάσσο το Μπούφο και το Νίκο το Μάρο. Κάναμε και εμείς αυτές τις αρπαγές.

Πρωτοχρονιά

Την Πρωτοχρονιά γινόταν η σούρβα. Κάθε νοικοκυρά από τα βράδυ είχε ετοιμάσει ένα κλαδί από πουρνάρι, το άναβε στη φωτιά και το έριχνε προς το μέρος που τραγουδούσαν τα παιδιά τη σούρβα, τα οποία πήγαιναν πρώτα στο σπίτι. Η νοικοκυρά φώναζε:

Έξω ψύλλοι και κοριοί
μέσα γάμος και χαρά.

Έλπιζαν ότι με τον ήχο του φλεγόμενου πουρναριού θα φύγουν τα ενοχλητικά έντομα, που βασάνιζαν κατά κόρον τα νοικοκυριά. Στις 2 Ιανουαρίου τα μικρά παιδιά με ένα μπουκάλι νερό στο χέρι πήγαιναν από σπίτι σε σπίτι, έριχναν λίγο νερό στις γωνίες και έλεγαν ανάλογες ευχές παίρνοντας κεράσματα. Πριν φύγουν κάθονταν δίπλα στο οτζάκι λέγοντας:

Όπως κάθομαι εγώ να κάτσει και το μπερεκέτι

και οι νοικοκυρές του έδιναν λίγο χοντρό αλάτι που τα παιδιά το έριχναν στην φωτιά έκανε πρα-πρα-πρα και αυτό γινόταν για ευετηρία.

Θεοφάνεια

Ψαλλόταν η ακολουθία στον ΄Αι- Γιώργη, έπαιρναν τις εικόνες στο ώμο και τις βουτούσαν στου Κουμλούκι το σιντριβάνι για αγιασμό. Κάθε νοικοκυρά βουτούσε τη δική της εικόνιτσα και οι άνδρες αντικείμενα των ζώων (κουδουνάκια, σάλμα από τα σαμάρια) και έτσι αγιάζονταν άνθρωποι και ζώα. Αργότερα με τον αγιασμό του σπιτιού από τον παπά έφευγαν και οι καλικάντζαροι. Στη λαϊκή φαντασία ήταν ανθρωπόμορφοι με μαύρα νύχια σαν νυχτερίδες, πηδούσαν από καμινάδα σε καμινάδα να βρουν σπίτι, που δεν ήταν περικυκλωμένο με στάχτες.
Τα Θεοφάνεια έψελναν τα παιδιά το σχετικό τραγούδι μέρα μετά τον αγιασμό των Υδάτων και φωνάζανε χιού-χιού, που θα πει κάλαντα. Λέγαμε:
Σήμερα τα φώτα και οι φωτισμός και χαρά μεγάλη στους ουρανούς…

Οι νοικοκυρές τους έδιναν ότι είχαν ευχαρίστηση.

Βλάχικα κόλιαντα

Τα παιδικά μου χρόνια κατά περιόδους έμενα στη Βόλβη, στα Μπισίκια, γιατί εκεί ήταν τα πατρικά μας κτήματα.
Όταν ήμουν εκεί τα Χριστούγεννα, λόγω ότι κατοικούσαν εκεί κτηνοτρόφοι Βλάχοι ήμασταν υποχρεωμένοι με τα βλαχάκια και εμείς να λέμε τα βλάχικα κόλιαντα. Λέγαμε λοιπόν ανάλογα με τα σπίτια που πηγαίναμε τα ανάλογα κόλιαντα, αν είχε κόρη για παντρειά, παιδί για σχολείο κτλ. Αφού λέγαμε το «Χριστός Γεννάται» λέγαμε τα εξής κάλαντα:
«Εδώ έχει κόρη για παντρειά, κόρη για αρραβώνα, την τάζουν για το βασιλιά την τάζουν για το ρήγα. Δεν θέλω εγώ το βασιλιά, δε θέλω εγώ το ρήγα, γω θέλω το αρχοντόπουλο που περπατεί καβάλα, που δραμονίζει τα φλουριά και κοσκινίζει τα γρόσια!»
΄Ενα μικρό μικρούτσικο, μικρό και χαιδεμένο, ένα τον έχει η μάνα του ένα και ο μπαμπάς του. Τον έλουζαν τον χτένιζαν και στο σχολειό τον στέλναν. Παιδί μ’ να μάθεις να γράμματα, παιδί μου να βάλεις γνώση. Τα γράμματα είναι στο χαρτί και η γνώση πέρα ως πέρα».
Όταν δεν μας έδιναν κάλαντα, λέμαμε και καμιά κατάρα:
«Να φάει λύκος τα πρόβατα, και ο τσάκαλος τα γίδια και μια αρρωστιά τον τσόμπανο, βαριά για να πεθάνει».
Τα τελευταία βέβαια αριά τα λέγαμε γιατί οι περισσότεροι δίνανε. Τα κάλαντα ήταν μια κολιαντίνα=στρόγγυλο ψωμάκι, τυρί, βούτυρο (το βούτυρο έμπαινε στο «κλειδοπινάκι», είδος τάπερ της εποχής και μετά στον τουρβά), κανένα λουκάνικο και τα βάζαμε σε ένα τουρβά που τον κρεμούσαμε στην πλάτη. Καμιά φορά και κανένα σύκο. Χρήματα δεν υπήρχαν ήταν πολυτέλεια.

Ιστορία της μελισσοκομικής τέχνης. Το «σάλι» της Κασσάνδρας

Εικόνα

Θα κάνω μια αφιερωματική ανάρτηση στους παλιούς μελισσοκόμους του Σοχού που θυμάμαι εγώ και δίδαξαν τη μελισσοκομία. Σήμερα οι απόγονοί τους, τα παιδιά και τα εγγόνια τους διαπρέπουν στην μελισσοκομία και ορισμένοι από αυτούς είναι επιστήμονες μελισσοκόμοι και λεπτολόγοι στο σύνθετο αυτό επάγγελμα.

Αναφέρω τώρα τους παλιούς μελισσάδες από τη δική μου ηλικία μπροστά. Από αυτούς διδαχτήκαμε εμείς οι νεότεροι την τέχνη τότε. Εγώ σήμερα είμαι 83 ετών. Θυμάμαι:

  1. Τον αείμνηστο Γιάννη Παπάζη, που εκείνη την εποχή ήταν από τους προοδευτικούς μελισσοκόμους και είχε ευρωπαϊκές κυψέλες και όχι κοφίνια παραδοσιακά. Μου έλεγε εμένα: «Γιώργο, τα μελίσσια θέλουν εγγλέζικο πορτομανέ, να ξοδεύεις! Αυτά θα σε αποζημιώσουν, αλλά δεν πρέπει να απογοητεύεσαι!».
  2. Τον Τάκη Γαγανέλη, που τον λέγαμε οι νεότεροι αρχηγό της μελισσοκομίας. Από αυτόν διδάχτηκα πάρα πολλά. Επί σειρά ετών ήμουν το τσιράκι του στα μελισσοκομικά. Όπου πηγαίναμε με τα μελίσσια όλοι τον ξέρανε. Έλεγαν ο Τάκης με τη μοτοσουκλέτα, γιατί είχε μοτοσικλέτα με καλάθι, πρωτόγνωρο πράγμα για την εποχή. Όλοι οι άλλοι είχαμε γαϊδούρια για τις μετακινήσεις μας. Αυτά γύρω στα 1950 και εντεύθεν.
  3. Ο Ιωάννης Καρακάσης ήταν άνθρωπος ήπιος και χαμηλών τόνων. Τη μελισσοκομική τέχνη την κατείχε άριστα. Σήμερα τα παιδιά του ο παπά Βαγγέλης, οι έτεροι υιοί Δημήτρης και Στέλιος είναι επιστήμονες της μελισσοκομίας. Ασχολούνται με τα ευγενή προϊόντα της μέλισσας: βασιλικό πολτό, γύρη, πρόπολη, κεραλοιφές και ό,τι άλλο πολύτιμο παράγει η μέλισσα. Νιώθουμε εμείς οι παλιότεροι περήφανοι που συνεχίζουν και βελτιώνουν το επάγγελμα και κυρίως ο παπά Βαγγέλης έχει γίνει διδάσκαλος των νεοτέρων και διαπρέπουν διεθνώς.
  4. Άλλος ένας μελισσάς ήταν ο Τάσος Χρηστίδης, εμείς τον αποκαλούσαμε τότε ο «Τατάσης». Αυτός ήταν άνθρωπος αυθόρμητος και αισιόδοξος για τη μελισσοκομία και «κυνηγούσε» την τέχνη με πολύ μεράκι. Ο Τατάσης είχε και ένα άλλο χάρισμα: την εβδομάδα των Αποκρεών φορούσε το παραδοσιακό καπέλο και οργάνωνε τους χορούς με τα νταούλια και τους ζουρνάδες στην αγορά. Έπιανε πρώτος το χορό και ακολουθούσαν όλοι οι επισκέπτες. Εγώ τον ρωτούσα: «Τατάση, πώς έχεις τον τρόπο και μαζεύεις όλο τον κόσμο και χορεύει;». Μου απαντούσε: «Έχω το κοκκαλάκι της νυχερίδας πάνω μου και όπου πάω εγώ έρχονται όλοι. Έτσι είμαι πάντα τυχερός και όπου πάω τα μελίσσια, έρχεται το μέλι και με βρίσκει. Όχι τα  μελίσσια να βρούνε το μέλι. Είμαι πάντα γουρλής!». Έτσι και σήμερα ο γιος του, Κώστας είναι καλοσυνάτος και ακολουθεί το επάγγελμα. Διατηρεί μια καλή μονάδα μελισσιών και είναι το κύριο επάγγελμά του. Πουλά την παραγωγή του στις λαϊκές αγορές και είναι μεταξύ των πρώτων.
  5. Ο Χρήστος Γουτακόλης, γνωστός με το παρατσούκλι «ο Ριάπας». Σήμερα τα παιδιά του και οι γαμπροί του ασχολούνται με τη μελισσοκομία και διατηρούν αρκετά μελίσσια.
  6. Ο Σωτήρης Λάτσιος και μετέπειτα ο γιος του, Άγγελος. Δυστυχώς μας έφυγαν πρόωρα και δεν υπάρχουν συνεχιστές.
  7. Ο Νικόλαος Πατλής ή ο Κόλιος του Πατλή, πάντα περιποιημένος και καλοχτενισμένος με τη χωρίστρα του. Όταν πηγαίναμε στην Κασσάνδρα τα μελίσσια είχε θαυμάστριες. Είχε και ένα άλλο χόμπυ, ήταν κυνηγός. Είχε τρόπο να πιάνει λαγούς εκείνα τα χρόνια με τις θηλιές. Η θηλιά ήταν ένα ψιλό σύρμα που το έβαζαν στο μονοπάτι που περνούσαν οι λαγοί. Περνούσε ο λαγός από το στενό μονοπάτι, μόλις έκανε να πηδήσει έσφιγγε η θηλιά, έπιανε τα πισινά του πόδια και τον πρωί τον μάζευε ο κυνηγός. Έπειτα τρώγαμε λαγό στιφάδο.
  8. Ο Κωνσταντίνος Χρηστίδης ή ο Κωσταντής του Κρούστιο. Αυτός ήταν ψηλός, θεαματικός και καλός στη συζήτηση. Στόλιζε το λόγο του με πολλές φανταστικές ιστορίες και πολλά ψέματα για να εντυπωσιάσει. Βλέπετε οι μελισσοκόμοι είναι σαν τους κυνηγούς: «λεν και αλήθεια καμιά φορά!». Τώρα συνεχίζει την τέχνη ο γιος του, Θωμάς.
  9. Ο Μενέλαος Λιόλιος κατά τα έτη 1950-60.
  10. Ο Ηλίας Μπούφης.
  11. Ο Απόστολος Μπούφης.
  12. Ο Χρήστος Τρυφωνίδης.
  13. Ο Θεοχάρης Κόφτης.
  14. Ο Κώστας Παπαστεργίου.
  15. Ο Παναγιώτης Παπαστεργίου.
  16. Ο Νίκος Μάσιος.
  17. Ο Μήτσος Γλαβίνας.
  18. OKωνσταντίνος Χρηστίδης ή Κώτσιος του Κρούστιο.
  19. Ο Πολύμερος Κωνσταντινίδης ή ο Λύμος του Τακαρντάκη.
  20. Ο Νέστορας Γερμιτσιώτης. Κράτησε ο αείμνηστος μέχρι το τέλος της ζωής του μερικές κυψέλες για απασχόληση.
  21. Εγώ ο ΓΙΩΡΓΟΣ ΑΔΑΜΙΔΗΣ ανήκω σε αυτή τη γενιά των μελισσοκόμων και αντέχω ακόμη, γιατί τα αγαπώ πολύ και έχω με τα μελίσσια μια ευγενή απασχόληση. Περνάω έτσι ευχάριστα και εποικοδομητικά τις ώρες μου.

Μετά το 1950 όλοι οι επαγγελματίες της αγοράς του Σοχού ήθελαν να γίνουν μελισσάδες. Άλλοι άντεξαν στο χρόνο και άλλοι εγκατέλειψαν νωρίς.

Προχωρώ τώρα στην απαρίθμηση των νεότερων μελισσάδων, που κρατούν επάξια την παράδοση. Κάνουν σεμινάρια, μπαίνουν στα προγράμματα.  Τους εύχομαι δύναμη και υπομονή και να μην απογοητευτούν.

Εικόνα

Πηγή φωτογραφίας: http://www.meapopsi.gr/2013/04/blog-post_2174.html

Τώρα θα αναφέρω τις δυσκολίες που είχαμε εμείς οι παλιοί μελισσοκόμοι με τις μεταφορές που κάναμε, ιδίως, όταν πηγαίναμε στην Κασσάνδρα της Χαλκιδικής. Τα μελίσσια τα φορτώναμε δυο τρεις μελισσάδες σε ένα φορτηγό ή του Κώστα του Γραμμάδα ή του Σουφρά. Ξεκινούμε από το Σοχό για τη Χαλκιδική κάναμε μια νύχτα και μια μέρα, γιατί δεν υπήρχαν δρόμοι. Τώρα φτάνουν σε 2-3 ώρες. Η μεγάλη δυσκολία ήταν όταν φτάναμε στην Ποτίδαια, γιατί δεν υπήρχε η γέφυρα που είναι σήμερα εκεί. Ήταν το λεγόμενο «σάλι» στην διώρυγα. Το σάλι ήταν μια πλατφόρμα χειροκίνητη, πάνω σε αυτή έμπαιναν 2 αμάξια και την τραβούσαν απέναντι χειροκίνητα γυρνώντας ένα καρούλι με συρματόσκοινα. Για να κάνει το σάλι ένα δρομολόγιο χρειαζόταν τουλάχιστον μισή ώρα. Για να περάσουμε πληρώναμε,όπως τώρα στα διόδια.

 

Εικόνα

Πηγή φωτογραφίας: http://www.meapopsi.gr/2013/04/blog-post_2174.html

Την εποχή που πηγαίναν τα μελίσσια στην Κασσάνδρα για να φάνε το πεύκο σχηματιζόταν μια μεγάλη σειρά φορτηγών. Ώσπου να έρθει η σειρά να περάσουμε ξημερωνόμασταν. Είχαμε και μεγάλες απώλειες γιατί τα μελίσσια έσκαζαν κλεισμένα στις κυψέλες από τη ζέστη και την καθυστέρηση. Τώρα όλα είναι σύγχρονα και όλα είναι πιο εύκολα. Στις παλιότερη από τη δική μου γενιά ήταν ακόμη πιο δύσκολα, γιατί με γαϊδούρια και μουλάρια γίνονταν η μεταφορά. Διαρκούσε μια βδομάδα η μεταφορά Σοχός-Χαλκιδική. Τότε δεν υπήρχαν κυψέλες, αλλά εγχώρια κοφίνια. Φόρτωναν σε ένα μουλάρι 12 κοφίνια και 5-6 μουλάρια τη νύχτα τα μετέφεραν. Η μεταφορά γινόταν νύχτα για να είναι μαζεμένα τα μελίσσια στα κοφίνια. Όπου ξημερώνονταν τα ξεφόρτωναν και τα άφηναν ελεύθερα να βοσκήσουν. Την επόμενη βραδιά τα ξαναφόρτωναν και ούτω καθεξής.

Μελισσοκομικές προξενιές στην Κασσάνδρα

Την εποχή εκείνη, τα έτη 1950-1955 οι νεολαίοι μελισσάδες που πηγαίναμε στην Κασσάνδρα ήμασταν εγώ ο ΓΙΩΡΓΟΣ ΑΔΑΜΙΔΗΣ και ο Καπετάνιος, Νέστορας Γερμιτσιώτης. Τότε η Κασσάνδρα ήταν νεκρή και απομονωμένη, χωρίς καμιά υποδομή. Εμείς παλληκαράκια συστηνόμασταν και σαν τεχνίτες επαγγελματίες ξυλουργοί. Οι επαγγελματίες τότε είχαν μεγάλη πέραση. Μας προξένευαν να μας δώσουν νύφες από εκεί. Μας έδιναν προίκα τα αμμουδερά χωράφια , τά άχρηστα που ήταν δίπλα στη θάλασσα. Εμείς δεν συμφωνούσαμε γιατί ήταν αμμουδερά και δεν έκαναν παραγωγή. Εμείς ζητούσαμε χωράφια στο βουνό , να βάζουμε τα μελίσσια και χάλασαν τα προξενιά. Σήμερα τα αμμουδερά χωράφια γίνανε τα μεγαλύτερα ξενοδοχεία και οι μεγαλύτερες ξενοδοχειακές μονάδες. Τα κορίτσια από την Κασσάνδρα ήταν αποφασισμένα να φύγουν από την απομονωμένη Κασσάνδρα και έλεγαν: «από το ΣΑΛΙ και πάνω να πάμε, να παντρευτούμε και όπου θέλει ας είναι!». Ο Σοχός εκείνη την εποχή λόγω του βουνού και του καλού κλίματος ήταν προνομιούχος και είχε πολλούς παραθεριστές.

 

Οι απόγονοι των παλιών μελισσάδων, αν έχουν φωτογραφίες των προγόνων τους, ας μου τις στείλουν ψηφιοποιημένες, για να συνοδεύουν τα ονόματα των προγόνων τους.

 

Με αγάπη

Γεώργιος Αδαμίδης

Ο Σόχαλης

 

ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΠΑΛΙΟΥΣ ΞΕΝΙΤΕΜΕΝΟΥΣ ΣΤΗΝ ΑΥΣΤΡΑΛΙΑ

photoga1a

Θα αναφερθώ σήμερα στους ξενιτεμένους μας από την Αυστραλία στο Σοχό!  Αιτία αυτής της ανάρτησης είναι η παραπάνω φωτογραφία που τη βρήκα στο ΚΑΠΗ Σοχού! Οι άνθρωποι που θα περιγράψω είναι όλοι Σοχινοί και έτσι είναι άγνωστοι για τους υπόλοιπους αναγνώστες μου από όλο τον κόσμο. Για μας όμως τους ηλικιωμένους Σοχινούς αυτά τα πρόσωπα είναι σεβαστά και αποτελούν τις ρίζες της γενιάς μας. Έχουμε αναμνήσεις από όλους και έτσι θα κάνω για τον καθένα ένα μικρό σχόλιο συχνά χαριτολογώντας. Φυσικά υπάρχουν και άλλα πρόσωπα ιστορικής σημασίας που δεν εικονίζονται εδώ αλλά γι’ αυτά έχω μιλήσει στις προηγούμενες πολυάριθμες πια (162) αναρτήσεις μου.

Από ότι πληροφορήθηκα από τον Απόστολο Μπάντιο τα εικονιζόμενα πρόσωπα βρίσκονταν σε μια γιορτή το έτος 1990 στο σπίτι μάλλον του Στέργιου Κελιούρη στην Αυστραλία. Όπως καταλαβαίνετε πέρασαν αρκετά χρόνια από τότε και δυστυχώς έχουμε πια και απόντες, αλλά οι μνήμες μένουν στη φωτογραφία.

Ξεκινώ από αριστερά την περιγραφή: πρώτος ο Διονύσης Σιδεράς, με το διακοσμητικό παρατσούκλι ο Διονύσης του Άγγελου Γιοβάντσου. Αυτός έφυγε από τους πρώτους που θυμάμαι κατά το έτος 1952-3. Ελπίζω να έχει απογόνους δεύτερης γενιάς και να νιώθουν περήφανοι για την καταγωγή τους.

Δεύτερος ο Δήμος Πομάκης και αυτός από τις πρώτες καζανιές (διάβασε εδώ ειδική αφιέρωσή μου για το Δήμο). Μια φωτογραφία χίλιες λέξεις. Ήταν, είναι και θα είναι ο Δήμος, ο γλεντζές που μας έρχεται τακτικά, τον χαιρόμαστε και περνούμε ευχάριστα. Όπως ξέρω όλοι οι απόγονοι είναι και αισθάνονται γνήσιοι Σόχαληδες και αγαπούνε το Σοχό! Ήρθανε και τους γνωρίσαμε, παιδιά και εγγόνια. Τους ευχόμαστε να είναι γεροί και να ανταμώνουμε!

Η παρακάτω φωτογραφία είναι στις 15.8.2014, στο Ντάρας καφέ στο Σοχό, πάλι μαζί μετά από 60 χρόνια. Από δεξιά Δήμος Πομάκης, η γυναίκα μου Άννα Αδαμίδου, η γυναίκα του Δήμου Μέλη και στο κέντρο εγώ Γιώργος Αδαμίδης.

411

Τρίτος στη σειρά ο αείμνηστος Θωμάς Σαμολαδάς που διέπρεψε στην Κορέα ως ήρωας και δόξασε το Σοχό. Είχε επιστρέψει με πολλούς πολεμικούς σταυρούς και παράσημα και παράξενα για την εποχή εκείνη ντυμένος με τη στολή του (διάβασε εδώ ειδική αφιέρωσή μου). Όταν ήρθε από την Κορέα τον περίμενε μια έκπληξη: η εικονιζόμενη δεξιά στην παρακάτω φωτογραφία ήταν η μανιά Αννέτα η γιαγιά του Θωμά. Αυτή ήταν πολύ θρησκόληπτη και τον είχε ταγμένο στον άγιο Χριστόφορο, το εκκλησάκι που βρίσκεται στην κορυφή του Βερτίσκου. Είχε πει ότι αν γυρίσει από την Κορέα γερός και νικητής, θα τον πάει στον άγιο Χριστόφορο σε ύψος 1103 μέτρα. Πράγματι του έδωσε να κρατάει 2 λαμπάδες κεριά στα χέρια ίσαμε το μπόι του αναμμένα, αυτή μπροστά και αυτός πίσω και ανέβηκαν ψηλά στον άγιο Χριστόφορο. Η ανάβαση έγινε πεζή από τον παλιό μονοπάτι της Τσουτσουρούκας. Προσκύνησαν μαζί που γύρισε σώος ο Θωμάς μετά τον πόλεμο και πήραν την χάρη του Θεού. Ο Σοχός δεν κράτησε το Θωμά και ξενιτεύτηκε τελικά στην Αυστραλία. Ελπίζω να έχει απογόνους και να νιώθουν Σόχαληδες.

Η παρακάτω φωτογραφία είναι της δεκαετίας του 1950. Η πρώτη φουστανούσα δεξιά είναι η μανιά Αννέτα, που ανέβηκε στον άγιο Χριστόφορο. Η κυρία με το καπέλο στο κέντρο είναι η Νία Στράτου που είχε έρθει για επίσκεψη στην Αγροτική Φωλιά Σοχού (παιδικός σταθμός).

photogaa

Συνεχίζω με την περιγραφή των προσώπων της αρχικής φωτογραφίας.

Τέταρτη είναι η κυρία Κούλα Γαϊταντζή, ανιψιά του Νίκου του Αβράμ. Καθόταν παλιότερα κάτω από του Πολιτσέρη το καφενείο.

Πέμπτος καθιστός ο αείμνηστος Ζαχαρίας Σωτίδης ή Ζαχαρίας του Τούνα (διάβασε εδώ ειδική αφιέρωσή μου). Και αυτός έλαβε μέρος στον πόλεμο της Κορέας και μετέπειτα ξενιτεύτηκε στην Αυστραλία. Με τα άξιο παιδιά του επικοινωνώ μέσω facebook και χαίρομαι που νιώθουν Σόχαληδες και ενδιαφέρονται για τον Σοχό μας. Τους εύχομαι τα καλύτερα. Οι Σοχινοί όπου πάνε ξεχωρίζουν δημιουργούν, ριζώνουν σαν το «τρόσκοτ», δηλαδή σαν την αγριάδα και κάνουν προκοπή!

Ψηλά η άλλη κυρία είναι η Δεσπούλα του Γιάκωβου, του παλιού ταχυδρομικού διανομέα του Σοχού. Τη θυμάμαι στο σχολείο όταν πήγαινε ήταν πάντα χαμογελαστή και ξεχώριζε, ξύπνια κοπελίτσα.

Κάτω από τη Δεσπούλα είναι ο Στέργιος ο Κελιούρης. Με αυτόν το λεβέντη έχω τακτική επικοινωνία μέσω facebook. Τον χαρήκαμε τον καλοκαίρι στο Σοχό και ανανεώσαμε τις δυνάμεις για καλή συνέχεια. Πήγε πολύ καλά με τις δουλειές του και διαπρέπει στην Αυστραλία.

Μετά είναι ο Χρήστος Μπετκάβας ή το Τίτος Μπετκάβας, όπως τον λέγαμε, παιδικός μου φίλος. Δεν ξέρω αν ζει ή όχι. Η γυναίκα του ήταν από τον Ασκό, το γένος Βράνα. Αν έχει παιδιά και θέλουν να επικοινωνήσουν μαζί μου, ευχαρίστως να τους δώσω πληροφορίες για τον παππού τους, μπάρμπα Νίκο και τη γυναίκα του κυρία Μαρίκα. Ο μπάρμπα Νίκος ήταν από τους πρώτους λεωφορειούχους και καλός κυνηγός.

Μετέπειτα στη σειρά έρχεται ένα άξιο τέκνο του Σοχού, ο Απόστολος Μπάντιος! Αυτός επειδή δεν του αρέσει ο χειμώνας, κάθε χρόνο έρχεται με τα πρώιμα χελιδόνια και φεύγει με το όψιμα χελιδόνια και έτσι γλιτώνει το χειμώνα. Καλοκαίρι στην Ελλάδα, καλοκαίρι στην Αυστραλία! Τον χαιρόμαστε και πίνουμε και κανένα καφεδάκι. Μου φέρνει χαιρετίσματα από έναν κοινό μας φίλο και συνάδερφό μου, τον Τάσο τον Χατζόπουλο και εγώ τα ανταποδίδω.

Τελευταίος στη σειρά είναι ο Άγγελος Γλαβίνας ή ο Άγγελος του Γουγούση, πρώτος ξάδερφος του αείμνηστου βουλευτή Γιάννη Γλαβίνα.

Αυτά σχετικά με τους εικονιζόμενους στη φωτογραφία. Στέλνω την αγάπη μου σε όλους τους Σοχινούς πρώτης, δεύτερης και τρίτης γενιάς στην Αυστραλία! Να είστε καλά και να σας χαιρόμαστε! Εγώ ώσπου θα είμαι καλά θα γράφω, να μπαίνετε στον ίντερνετ και να διαβάζετε! Οι παλιότεροι να διαβάζουν το βιβλίο μου που το έχουν ο Δήμος ο Πομάκης, ο Στέργιος ο Κελιούρης και ο Απόστολος Μπάντιος!

Σας χαιρετώ με αγάπη

Ο φίλος σας

Γιώργος Αδαμίδης

Ο Σόχαλης

Γιώργος Αδάμου Αδαμίδης

Αρέσει σε %d bloggers: