Αρχείο κατηγορίας ΕΘΙΜΑ – ΠΑΡΑΔΟΣΕΙΣ

ΤΑ ΚΕΡΑΣΜΑΤΑ ΜΕ ΤΗ ΛΙΜΠΑ

λιμπαΠηγή φωτογραφίας

 

Θα κάνω μια μικρή αναφορά πως γίνονταν οι επισκέψεις τον παλιό καιρό και ως τη δική μου τη γενιά. Γίνονταν καταρχήν ανέξοδα. Τώρα, για να πας μια επίσκεψη σε έναν εορτάζονταν το σκέφτεσαι, γιατί πρέπει να τον ειδοποιήσεις, να πάρεις γλυκά, δώρα , λουλούδια κτλ και έτσι είναι ασύμφορες οι επισκέψεις.

 

Θα αναφέρω ένα περιστατικό που συνέβη στη γιορτή του Ευαγγελισμού το 1938 στον παππού μου Ευάγγελο Παπάζη και μου το διηγήθηκε η μητέρα μου Δήμητρα. Ο παππούς μου για την εποχή εκείνη ήταν προύχοντας στον τόπο και τον τιμούσαν όλοι στην ονομαστική του εορτή. ΄Ετσι στις 25 Μαρτίου του 1938 από την αγορά όλο το ισνάφι=επαγγελματίες πήγαν παρέα επίσκεψη στη γιορτή του. Το κέρασμα του γλυκού γινόταν με τη λίμπα. Η λίμπα ήταν μια κούπα γεμάτη με γλυκό κυδώνι ντολμά ή καρυδάκι ή σύκο, που ήταν και το πιο επίσημο. Τη γυρνούσαν γύρω γύρω, ο καθένας έπαιρνε ένα κουταλάκι, έπαιρνε μια κουταλιά γλυκό, έβαζε το κουταλάκι κατόπιν σε ένα ποτήρι με νερό και έπινε και νερό από το ίδιο ποτήρι και το κουταλάκι έμενε μέσα. Στη συνέχεια έδιναν ευχές στον εορτάζοντα ανάλογα με την περίπτωση. Συνέχιζαν να κερνιούνται οι υπόλοιποι.

Ο παππούς μου φυσικά θα κερνούσε σύκο. Ήρθε λοιπόν η παρέα στην οποία ήταν και ο μπάρμπα Πάσχος, παππούς του Πασχάλη Αδαμίδη. Έβγαλαν τα κεράσματα τα κορίτσια με τη λίμπα που είχε το σύκο. Για να μοσχοβολάει, όταν το είχαν φτιάξει σε ένα πανί έβαζαν γαρύφαλλο, κανέλα και άλλα μυρωδικά και το άφηναν για λίγες μέρες μέσα στο γλυκό για να μοσχοβολάει. Αυτό το κατασκεύασμα έμοιαζε με σύκο. Όταν πήγαν τα κορίτσια να κεράσουν,  ο μπάρμπα Πάσχος σημάδεψε το μεγαλύτερο σύκο, αλλά για κακή του τύχη ήταν το πανί με το γαρύφαλλο και τα μυρωδικά, που το είχαν ξεχάσει δυστυχώς τα κορίτσια μέσα. Αυτά τα κορίτσια είναι οι μακαρίτισσες σήμερα θείες μου, Σοφία και Χρυσάνθη. Μασούσε μασούσε αλλά το πανί δεν τρώγονταν, ώσπου αναγκάστηκε να το βγάλει!

«Βαγγέλη λέει στον παππού μου, τι σκληρό σύκο είναι αυτό!».

 

Τότε τα κορίτσια ζήτησαν συγγνώμη, γιατί ντροπιάστηκαν που το ξέχασαν μέσα. Για αποζημίωση του κέρασαν δύο καλά σύκα στο πιατάκι αυτή τη φορά και ο μπάρμπα Πάσχος έφυγε ευχαριστημένος. Όσοι τον θυμούνται τον μπάρμπα Πάσχο είχε μια μύτη ίσα με μια μικρή μελιτζάνα. Είχε περίπτερο στην αγορά.

Αντάμωμα Μουσικών Εργαστηρίων (Χορωδιών) Δήμου Λαγκαδά.

Οι φωτογραφίες είναι από το facebook από τη Λαογραφική ομάδα γυναικών.

Για δεύτερη χρονιά έγινε το αντάμωμα των χορωδιών του Δήμου Λαγκαδά στο Ράκοβο Σοχού και μας υποσχέθηκε ο δήμαρχος κύριος Καραγιάννης Γιάννης ότι αυτή η εκδήλωση καθιερώθηκε και θα γίνεται κάθε χρόνο στο Σοχό τη μέρα του αγίου Πνεύματος.

Με χοροδιδάσκαλο τον κύριο Δημήτριο Κεχαγιά ο οποίος διδάσκει σε όλες τις ενότητες του Δήμου Λαγκαδά έγινε η συναυλία η οποία μας μάγεψε! Όλες οι κυρίες τραγουδούσαν παραταγμένες στην κερκίδα του θεάτρου και ο δάσκαλος – μαέστρος τις συντόνιζε. Ήταν για μας μια βραδιά μαγική και αξέχαστη. Μας τίμησαν με την παρουσία τους όλες οι χορωδίες του Δήμου Λαγκαδά και μια χορωδία του Δήμου Χορτιάτη και μια ομάδα από το Δήμο Νεάπολης-Συκεών και ομόρφυναν τη βραδιά μας. Η χορωδία γυναικών του Σοχού ετοίμασε άφθονα εδέσματα για το καλωσόρισμα των επισκεπτών. Είναι γνωστό πόσο χρυσοχέρες και νοικοκυρές είναι οι Σοχινές κυρίες και έφαγαν και ήπιαν όλοι πλουσιοπάροχα τα εκλεκτά κεράσματα και πήραν όλοι κουράγιο να τραγουδήσουν όμορφα και με πολύ κέφι. Ο κύριος δήμαρχος Καραγιάννης εκφώνησε το λόγο του, μετά τραγούδησαν οι χορωδίες και ακολούθησαν τα χορευτικά μέχρι πρωίας. Αντιλάλησε όμορφα τα βουνά και η μαγευτική τοποθεσία στην οποία είναι χτισμένο το θέατρο «Γιάννης Γλαβίνας», έτσι ώστε να θυμηθούμε όλοι με αγάπη την προσφορά του στον τόπο και τον αγώνα του για να γίνει το θέατρο αυτό.

Μας κατέπληξε η κερκίδα των θεατών και των χορωδιών που όλοι χορεύαμε με ρυθμό. Ο Βάγγος ο κουρέας και η Βαγγελίτσα Καρακινάρη και η παρέα του δώσανε τα ρέστα για να τους μιμούνται οι νεότεροι και να συνεχίζουν να είναι γλεντζέδες.

Και πάλι δίνουμε τα συγχαρητήρια στις κυρίες του Σοχού που μας ετοίμασαν τα εδέσματα ό,τι μπορούσε η  καθεμιά για το καλωσόρισμα. Μας εξέπληξε η άψογη αισθητική των στολισμένων τραπεζιών με τα υπέροχα χειροποίητα Σοχινά κοφτοκεντημένα κεντήματα και στολίδια. Δείξανε το Σοχινό φιλότιμο σε όλους τους καλεσμένους. Απέδειξαν ότι ο Σοχός ήταν, είναι και θα είναι φιλόξενος. Τις ευχαριστώ που έβαλαν κόπο και έξοδα για την υπέροχη αυτή εκδήλωση.

 

Με αγάπη και εκτίμηση

Γιώργος Αδαμίδης

Ο Σόχαλης

Τα σοχινά έθιμα των Χριστουγέννων

Δείτε το βίντεο:

Τα πατροπαράδοτα χριστουγεννιάτικα σοχινά μας έθιμα: Χριστoύγεννα 2015

Παρόλο που έχω κάνει παλιότερα εκτενή αναφορά στα σοχινά χριστουγεννιάτικα έθιμα, θέλω να κάνω μια αναπαράστασή τους στην πράξη. Οι παλιοί τα ξέρουν, αλλά καλό είναι να τα μάθουν και οι νεότεροι. Ίσως μας μιμηθούν και έτσι θα μείνουν στον άπαντα τον αιώνα, όπως και εμείς τα βρήκαμε από τους  πατεράδες και τους παππούδες μας. Έχουμε υποχρέωση να τα διαφυλάξουμε σαν κόρη οφθαλμού, όπως έκαναν οι πρόγονοί μας επί 400 χρόνια και πλέον σκλαβιάς μετά το Βυζάντιο, τα κράτησαν αναλλοίωτα: ήθη, έθιμα, παραδόσεις, θρησκεία, οικογένεια και γλώσσα ελληνική αυτά μας κράτησαν ως έθνος.

Αυτά τα έθιμα που θα σας παρουσιάσω ζωντανά γινότανε την παραμονή των Χριστουγέννων με νηστίσιμα φαγητά, γιατί νηστεύαμε, επειδή θα κοινωνούσαμε. Εγώ σήμερα τα κάνω σήμερα τη μέρα των Χριστουγέννων, γιατί μαζευτήκαμε σήμερα στο σπίτι μου όλη η οικογένεια: παιδιά, εγγόνια, νύφες και γαμπροί και θα κάνουμε το έθιμο με όλο το πρέπος. Απουσιάζουν μόνο ο γιος μου, Αδάμ, και η νύφη μου, Πελαγία, που θα έρθουν την Πρωτοχρονιά και πάλι θα τα κάνουμε όλα με την ίδια διαδικασία. Η γυναίκα μου, Άννα έκανε όλα τα φαγητά και όλα τα γλυκά για να περάσουμε οικογενειακά Χριστoύγεννα και  φέτος.

Την ημέρα των Χριστoυγέννων βάζουμε στο τραπέζι τα φαγητά, κρασί, ένα σκόρδο για υγεία, χρήματα για να βρίσκονται πάντα, χρυσό για να υπάρχει στο σπίτι, μια λαμπάδα, για να μας φωτίζει, θυμιατό και θυμίαμα. Θυμιατίζουμε για να φύγουν τα καρακάντζαλα. Επίσης το χριστόψωμο, δηλαδή τον παρά, που το κόβουμε για να δούμε ποιος θα βρει το φλουρί και θα είναι ο τυχερός της χρονιάς. Αφού ψάλουμε όλοι μαζί το τροπάριο «Η γέννηση σου, Χριστέ ο Θεός ημών…», κόβουμε τον παρά και μοιράζουμε τα κομμάτια σε όλα τα μέλη της οικογένειας. Θυμιατίζουμε πρώτα το εικονοστάσι και μετά όλο το σπίτι. Τα παλιά χρόνια θυμιάτιζαν και τους στάβλους, τα αχούρια, για ευλογία των ζώων, γιατί με αυτά ζούσανε.

 

Καλά και ευλογημένα Χριστoύγεννα σε όλο τον κόσμο

και ιδιαίτερα στους ξενιτεμένους μας Σοχινούς

 

Με αγάπη

Γιώργος Αδαμίδης

Ο Σόχαλης

 

 

 

 

 

 

 

 

Στη μνήμη του ψάλτη Κωνσταντίνου Χατζηαναγνώστου, ένα ηχητικό με την αξέχαστη φωνή του

Είχα γράψει παλιότερα για τους Ιερείς και τους ιεροψάλτες του Σοχού που κατά καιρούς συνέβαλαν τα μέγιστα γι’ αυτόν τον ευλογημένο τόπο.

ΑΝΑΓΝΩΣΤΟΥ
Πηγή φωτογραφίας: Εφημερίδα «H φωνή του Σοχού» 11/2002

Θυμήθηκα τον Κωνσταντίνο Αναγνώστου ή  Χατζηαναγνώστου του Παπαφωτεινού, (1923 -2007), καθώς βρήκα μια κασέτα με ηχογραφημένες ψαλμωδίες του και θέλησα να τις μοιραστώ μαζί σας αυτές τις μέρες. Έκανα την ανάρτηση για να θυμηθούν οι Σοχινοί την απαράμιλλη τέχνη και το μεγαλείο του και να αποτελέσει μνημόσυνο και παρακαταθήκη για το μέλλον. Είναι τιμή για τους δικούς του ανθρώπους και ανάμνηση για όλους μας!

Ακούστε τι είχε πει ο ίδιος όταν το Πάσχα του 2002 ο Δήμος Σοχού και ο τότε δήμαρχος Πάνος Καρακόλης τον τίμησαν για την προσφορά του:

 Σ’ αυτόν τον Ιερό Ναό του Αγίου Γεωργίου και Πολιούχου, υπηρέτησα 62 χρόνια, (και 4 χρόνια στο Μητροπολιτικό Ναό της Αγίας Σκέπης Εδέσσης) ήτοι 66 συναπτά έτη. Σ’ αυτόν τον Αγγελικό Χορό, σ’ αυτό το στασίδι, έψαλλα όλα αυτά τα χρόνια, με υπευθυνότητα, ταπεινοφροσύνη και κατάνυξη, με όσες δυνάμεις είχα. Έδωσα την ψυχή μου, το είναι μου. Σας ευχαριστώ θερμά που με παρακολουθήσατε όλα αυτά τα χρόνια με προσοχή και ευλάβεια.Ο Σοχός είναι η πατρίδα μου και το Κρυονέρι η γενέτειρά μου. Ευχαριστώ τον φίλο μου Γεώργιο Κόφτη για τα καλά του λόγια και τη συμμετοχή του στους Αγγελικούς Χορούς και όλους όσοι πλαισιώνουν και βοηθούν τους Χορούς των Ιεροψαλτών. Ευχαριστώ το φίλο, συνάδελφο και μαθητή μου Κωνσταντίνο Μίχο για την καλή συνεργασία που είχαμε και θεωρώ ότι είναι ο άριστος και ικανός αντικαταστάτης μου.

Θα παρακαλούσα τους συγγενείς του εξαιρετικού και αείμνηστου επίσης ιεροψάλτη Κωνσταντίνου Μίχου, αν έχουν κάποιο ηχητικό ντοκουμέντο, να μου το στείλουν να το αναρτήσω.

ΑΦΙΕΡΩΜΑ ΣΤΟΥΣ ΣΤΑΜΑΤΗΔΕΣ ΤΟΥ ΣΟΧΟΥ: «ΕΟΡΤΑΖΟΥΝ ΚΑΙ ΤΙΜΟΥΝΤΑΙ» ΣΤΗΝ ΤΟΠΙΚΗ ΕΟΡΤΗ ΤΟΥ ΠΟΔΙΑΚΟΥ 2 ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΥ

Eυχαριστώ τον κύριο Κώστας Ασλανίδης, Σοχινό, δάσκαλο στην ακριτική Λέρο που μου έστειλε τη φωτογραφία αυτή από τη Συλλογή του Ν. Γερμιτσιώτη. Ο Αθανάσιος Ξανθός ως συνεχιστής καμηλιέρης (με πρώτο διδάξαντα τον Προίκα).
Eυχαριστώ τον κύριο Κώστας Ασλανίδης, Σοχινό, δάσκαλο στην ακριτική Λέρο που μου έστειλε τη φωτογραφία αυτή από τη Συλλογή του Ν. Γερμιτσιώτη. Ο Αθανάσιος Ξανθός ως συνεχιστής καμηλιέρης (με πρώτο διδάξαντα τον Προίκα).
Ποδιακό. Πηγή φωτογραφίας:του Κ. Κόφτη από τα Σοχαλίτικα Μουχαμπέτια στο facebook

Το ποδιακό, όπως περιέγραψα στην προηγούμενη σχετική ανάρτησή μου, γινόταν από τα παλιά χρόνια. Κατά το έτος 1949-1950 πήρε μια άλλη διασκεδαστική και πιο καθιερωμένη μορφή και αυτό οφείλεται στον κύριο Σταμάτη Προίκα.

Proikas

Ο αείμνηστος Σταμάτης Προίκας ήταν ο προστάτης των κτηνοτρόφων του Σοχού και την περιφέρειας. Όλοι έχουν να πούνε έναν καλό λόγο για το Σταμάτη. Παραγωγός του καλύτερου κασεριού, τεχνικής Αγίου Όρους. Η τεχνική αυτή περνάει από γενιά σε γενιά και με το ίδιο μεράκι σήμερα συνεχίζει η κόρη του Ελένη δυναμικά κερδίζοντας επάξια πολλά βραβεία για την άριστη ποιότητα των προϊόντων.

Ο Σταμάτης Προίκας εκείνη την εποχή ήταν παραγγελιοδόχος στο Σοχό και προμήθευε όλους τους επαγγελματίες με ό,τι χρειάζονταν από τη Θεσσαλονίκη. Τα υλικά μας τα έφερνε με φορτηγό, γιατί δεν υπήρχαν πολλά μέσα μεταφοράς. Παρενθετικώς αναφέρω ότι κατά τα έτη 1947-49 πήγαιναν τα φορτηγά με φάλαγγα στη Θεσσαλονίκη, γιατί υπήρχε φόβος να αποτιναχτούν από τις νάρκες. Περνούσε πρώτα το ναρκαλιευτικό και ύστερα περνούσε η φάλαγγα των αμαξιών για την Θεσσαλονίκη. Δύσκολα χρόνια! ΄Όλοι οι επαγγελματίες των ισναφιών(=συντεχνιών) του Σοχού στην αγορά είχαν ονομαστικές γιορτές και προστάτες αγίους και γιόρταζαν την γιορτή τους στο σπίτι του ο καθένας και πηγαίναμε και συνεορτάζαμε μαζί τους. Οι Σταμάτηδες (Ζαπρούσηδες στο παρατσούκλι) όμως δεν είχαν ονομαστική γιορτή. Σκεφτήκαμε λοιπόν όλοι μας να γιορτάζουν οι Σταμάτηδες στις 2 Ιανουαρίου τη γιορτή τους, τη μέρα του Ποδιακού, αφού δεν είχαν θεσμοθετημένη γιορτή. Το δέχτηκαν με μεγάλη ευχαρίστηση. Ιδιαίτερα αυτή την πρόταση την άρεσε ο Σταμάτης Προίκας και αμέσως εφαρμόστηκε το εξής σχέδιο: όλη η αγορά, που τον είχαμε παραγγελιοδόχο με τα νταούλια και τους ζουρνάδες κατευθυνθήκαμε στο σπίτι του Σταμάτη Προίκα προς τιμήν του. Καθόταν τότε στο ’52, δηλαδή στον Τρούπτσιο μαχαλά. Με πρωτοπόρο τότε για την παρνάρκα το μπάρμπα Αποστόλη Γαγανέλη, που την κουβαλούσε με πολύ περηφάνια. Φτάσαμε στο σπίτι του Σταμάτη Προίκα όχι λιγότερο από 200 άτομα. Πού να μας χωρέσει; Με χαρά μας δέχτηκε, γιατί το θεώρησε γούρι να πάνε τόσα άτομα Πρωτοχρονιά στο σπίτι του. Κατέβηκε κάτω και έσυρε το χορό με τα νταούλια, κεραστήκαμε όλοι ούζο και τυρί μεζέ και ξεκινήσαμε πάλι για την αγορά με μπροστάρη το Σταμάτη Προίκα, τον εορταζόμενο ως τιμώμενο πρόσωπο. Το γλέντι συνεχίστηκε στην αγορά. Αρκετά χρόνια το καθιερώσαμε και πηγαίναμε στα σπίτια των Σταμάτηδων στις 2 Ιανουαρίου. Τώρα οι νεότεροι γλεντούν διαφορετικά. Έχουμε όμως άξια τέκνα και μερακλήδες που τηρούν τις παραδόσεις και εμείς οι παλιότεροι τους καμαρώνουμε και τους χαιρόμαστε. Λέω στους φίλους μου: «Σπείραμε και τώρα θερίσαμε τους καρπούς μας. Να είναι καλά τα νιάτα και να συνεχίσουν την παράδοση!». Συμπληρωματικά αναφέρω ότι ο Σταμάτης Προίκας είχε και ένα άλλο μεγάλο και σπουδαίο προνόμιο. Με μεγάλη επιτυχία τις Αποκριές αναλάμβανε να φτιάξει την καμήλα και για τον εαυτό του κρατούσε το ρόλο του καμηλιέρη. Η καμήλα γινόταν ως εξής: 4 άτομα κουβαλούσαν στους ώμους τους μια σκάλα 3 μέτρων και τη σκέπαζαν με ένα μουσαμά. Το κεφάλι της ήταν το κρανίο ενός ψόφιου αλόγου. Ο αρχικαμηλιέρης με ένα σκοινί τραβούσε τα σαγόνια του και αυτά χτυπούσαν. Αν δεν κερνούσαν οι περαστικοί την καμήλα, συχνά με τα δόντια της τους έπαιρνε το καπέλο από το κεφάλι τους. Ο Σταμάτης από τη γειτονιά του, το ’52, μάζευε τους πρωτοκλασάτους γείτονες, για να επανδρώσουν την καμήλα. Αυτοί ήταν ο μπάρμπα Γιοβάνης Ρίζος, ο αείμνηστος μπάρμπα Σταμάτης Μιάκος, ο Σάκης Μπουτσιούκης ή Κατοικίας, ο Αλκιβιάδης Κόφτης, όλοι τους επίλεκτοι για το ρόλο τους. Για μένα, το Γιώργο Αδαμίδη και το Κώτσιο Μέντα ή Καρπουζαρά έκανε τη μικρή καμήλα, που ακολουθούσε τη μεγάλη. Ο Σταμάτης Προίκας ως καμηλιέρης με το γαϊδούρι του Χρήστου Ρίζου που αγκάριζε πολύ, με το δισάκι και το τσαλμά (=μεγάλο τουλουπάνι) στο κεφάλι διέπρεψε ως καμηλιέρης. Κάποια φορά η μεγάλη καμήλα βρέθηκε σε «μεγάλη φυσική ανάγκη» στη μέση της αγοράς. Ατρόμητος ο Σταμάτης της είπε: «Κουχ καμήλα!». Κάθισε αμέσως η καμήλα κάτω και οι Σοχινοί καταλαβαίνουν τι δύσοσμο έγινε μετά, όταν σηκώθηκε η καμήλα… Αργότερα παρέδωσε το ρόλο του καμηλιέρη στον αείμνηστο Αθανάσιο Ξανθό και αυτός διέπρεψε ως καμηλιέρης επί σειρά ετών. Κλείνοντας τη διήγησή μου αναφέρω ότι ο Σταμάτιος Προίκας είναι ένας εξαίρετος οικογενειάρχης και παραγωγός του φημισμένου κασεριού «Προίκας», το οποίο διατίθεται στην Ελλάδα και στα πέρατα του κόσμου.

Βλάχικα κόλιαντα

Τα παιδικά μου χρόνια κατά περιόδους έμενα στη Βόλβη, στα Μπισίκια, γιατί εκεί ήταν τα πατρικά μας κτήματα.
Όταν ήμουν εκεί τα Χριστούγεννα, λόγω ότι κατοικούσαν εκεί κτηνοτρόφοι Βλάχοι ήμασταν υποχρεωμένοι με τα βλαχάκια και εμείς να λέμε τα βλάχικα κόλιαντα. Λέγαμε λοιπόν ανάλογα με τα σπίτια που πηγαίναμε τα ανάλογα κόλιαντα, αν είχε κόρη για παντρειά, παιδί για σχολείο κτλ. Αφού λέγαμε το «Χριστός Γεννάται» λέγαμε τα εξής κάλαντα:
«Εδώ έχει κόρη για παντρειά, κόρη για αρραβώνα, την τάζουν για το βασιλιά την τάζουν για το ρήγα. Δεν θέλω εγώ το βασιλιά, δε θέλω εγώ το ρήγα, γω θέλω το αρχοντόπουλο που περπατεί καβάλα, που δραμονίζει τα φλουριά και κοσκινίζει τα γρόσια!»
΄Ενα μικρό μικρούτσικο, μικρό και χαιδεμένο, ένα τον έχει η μάνα του ένα και ο μπαμπάς του. Τον έλουζαν τον χτένιζαν και στο σχολειό τον στέλναν. Παιδί μ’ να μάθεις να γράμματα, παιδί μου να βάλεις γνώση. Τα γράμματα είναι στο χαρτί και η γνώση πέρα ως πέρα».
Όταν δεν μας έδιναν κάλαντα, λέμαμε και καμιά κατάρα:
«Να φάει λύκος τα πρόβατα, και ο τσάκαλος τα γίδια και μια αρρωστιά τον τσόμπανο, βαριά για να πεθάνει».
Τα τελευταία βέβαια αριά τα λέγαμε γιατί οι περισσότεροι δίνανε. Τα κάλαντα ήταν μια κολιαντίνα=στρόγγυλο ψωμάκι, τυρί, βούτυρο (το βούτυρο έμπαινε στο «κλειδοπινάκι», είδος τάπερ της εποχής και μετά στον τουρβά), κανένα λουκάνικο και τα βάζαμε σε ένα τουρβά που τον κρεμούσαμε στην πλάτη. Καμιά φορά και κανένα σύκο. Χρήματα δεν υπήρχαν ήταν πολυτέλεια.

Τα έθιμα του Δωδεκαήμερου

Στο Σοχό τηρούμε με ευλάβεια τα ήθη και τα έθιμα του Δωδεκαήμερου. Τα περισσότερα από αυτά, που περιγράφω παρακάτω, διατηρούνται μέχρι τις μέρες μας. Σε εμάς τους παλαιότερους φυσικά μας αρέσουν, γιατί έτσι τα βρήκαμε από τους γονείς μας. Στους νεότερους μερικά φαίνονται ίσως παράξενα. Εγώ προσωπικά μεταλαμπάδεψα όλα τα έθιμα στα παιδιά μου και τώρα γιορτάζουμε όλοι μαζί τις γιορτές και τα μαθαίνω και στα εγγόνια μου, για να έχουν αναμνήσεις από τον παππού.

Παραμονή Χριστουγέννων-Άγιος Βασίλης και Θεοφάνεια


Το τραπέζι των Χριστουγέννων

Ο κόσμος νήστευε για τα Χριστούγεννα, για να κοινωνήσει. Όλα τα νοικοκυριά έθρεφαν ένα γρούνι , που το είχαν στο κουμάσι και το έσφαζαν την Παραμονή, για να έχουν όλες τις γιορτινές μέρες κρέας. Την παραμονή μαζευόταν όλη η οικογένεια και έστρωναν το νηστίσιμο τραπέζι με σαρμαδάκια ή φασολάδα. Οι νοικοκυρές ζύμωναν το Χριστόψωμο, που είχε μέσα ένα ασημένιο κέρμα. Κάθονταν στο σοφρά, ο πατέρας έβαζε πάνω χρήματα, χρυσό, σκόρδο, κρασί, λαμπάδα και θυμιατό. Ο νοικοκύρης θύμιαζε όλους τους παρευρισκομένους τρεις φορές για το καλό και έψελναν τα τροπάρια:

Η γέννηση σου Χριστέ ο θεός ημών…

Ο πατέρας θυμιάτιζε όλο το σπίτι φέγγοντας με τη λαμπάδα για το καλό. Μετά έκοβε το χριστόψωμο. Το πρώτο κομμάτι του Θεού, το δεύτερο για τη δουλειά, το τρίτο για το σπίτι και κατόπιν τα υπόλοιπα ιεραρχικά. Έψαχναν στα κομμάτια και ο τυχερός έβρισκε τον παρά. Η ίδια διαδικασία επαναλαμβανόταν την Πρωτοχρονιά με τη βασιλόπιτα και τα Θεοφάνια. Την Πρωτοχρονιά αφού καπνιζόταν για το καλό της χρονιάς, οι πατεράδες έβγαιναν έξω και πήγαιναν στα σπίτια και έπαιζαν χαρτιά (=κουμάρι). Οι κερδισμένοι θεωρούνταν οι τυχεροί της χρονιάς. Στις 2 Ιανουαρίου γινόταν το Ποδιακό και γλεντούσαν ομαδικά χαμένοι και κερδισμένοι. Το έθιμο του Ποδιακού έχω εκτενώς περιγράψει σε προηγούμενή μου ανάρτηση, στην οποία οι ενδιαφερόμενοι μπορούν να ανατρέξουν.

Πολλές μέρες πριν τα Χριστούγεννα οι νοικοκυρές δεν πετούσαν τη στάχτη από το τζάκι, γιατί είχε μια μεγάλη αποστολή. Την Παραμονή την έριχναν γύρω γύρω από το σπίτι, για να μην μπορέσουν να έρθουν οι καρακάντζαλοι. Αυτοί φοβόνταν τη στάχτη (=πιπιλιά) και έφευγαν. Συγκεκριμένα στη γειτονιά μου αυτό το έθιμο το κρατούνταν με θρησκευτική ευλάβεια. Η τέτα Μαριγώ του Κόλτσιου ήταν το υπ’ αριθμόν ένα νούμερο που όχι μόνο καρακάντζαλοι δεν μπορούσαν να περάσουν μέσα στο σπίτι από την καμινάδα, αλλά ούτε άνθρωπος δεν μπορούσε να περάσει, γιατί θα γέμιζαν τα παπούτσια του τόση στάχτη, που θα έπρεπε να πάνε στον τσαγγάρη Νίκο Πελτέκη ή Μπίτσα, για να τα καθαρίσει. Συναγωνιζόταν βέβαια στο έθιμο και η τέτα Βαγγελιώ του Μπουζίνκα, που ήταν αντικριστή γειτόνισσα, αλλά ερχόταν δεύτερη, γιατί δεν είχε φούρνο στο σπίτι της, για να μάσει τόση πιπιλιά. Αντίθετα στης τέτας Μαριγώς το φούρνο φούρνιζαν όλοι οι γείτονες και η στάχτη ήταν άφθονη.

Τα κάλαντα ή κόλαντα

Από τα χαράματα με το λάλημα του κόκορα τα παιδιά έβγαιναν για τα κάλαντα. Οι νοικοκυρές κερνούσαν ξυλοκέρατα, καρύδια, μύγδαλα και οι πιο πλούσιοι μανταρίνια. Τα παιδιά τα μάζευαν σε μια σάκα. Μεγάλα παιδιά όμως γίνονταν κολαντάρια και φόβιζαν τα μικρά. Φορούσαν μια κάπα, τη σήκωναν ψηλά με ένα ξύλο, κρύβονταν στις γωνίες, άνοιγαν την κάπα, έκλειναν μέσα τα μικρά και τους έπαιρναν τα χρήματα. Με τη ανατολή του ήλιου οι μικροί καλανταριστές γυρνούσαν στα σπίτια τους, γιατί δεν τους έδιναν πια χρήματα οι νοικοκυρές. Από τα κολαντάρια που μας έπαιρναν τα κεράσματά μας θυμάμαι τον Αλκιβιάδη του Κόφτη, το Σταμάτη Προίκα, το Νικολάκη Γουλούτη και τον Αθανάσιο Μπουτσούκη ή Κατοικία, για να μην μπερδευόμαστε. Αργότερα βέβαια και εγώ όταν μεγάλωσα μεταπήδησα στις τάξεις των κολανταρίων μαζί με το Σάκη τον Κίνιο, με τον Τάσσο το Μπούφο και το Νίκο το Μάρο. Κάναμε και εμείς αυτές τις αρπαγές.

Πρωτοχρονιά

Την Πρωτοχρονιά γινόταν η σούρβα. Κάθε νοικοκυρά από τα βράδυ είχε ετοιμάσει ένα κλαδί από πουρνάρι, το άναβε στη φωτιά και το έριχνε προς το μέρος που τραγουδούσαν τα παιδιά τη σούρβα, τα οποία πήγαιναν πρώτα στο σπίτι. Η νοικοκυρά φώναζε:

Έξω ψύλλοι και κοριοί
μέσα γάμος και χαρά.

Έλπιζαν ότι με τον ήχο του φλεγόμενου πουρναριού θα φύγουν τα ενοχλητικά έντομα, που βασάνιζαν κατά κόρον τα νοικοκυριά. Στις 2 Ιανουαρίου τα μικρά παιδιά με ένα μπουκάλι νερό στο χέρι πήγαιναν από σπίτι σε σπίτι, έριχναν λίγο νερό στις γωνίες και έλεγαν ανάλογες ευχές παίρνοντας κεράσματα. Πριν φύγουν κάθονταν δίπλα στο οτζάκι λέγοντας:

Όπως κάθομαι εγώ να κάτσει και το μπερεκέτι

και οι νοικοκυρές του έδιναν λίγο χοντρό αλάτι που τα παιδιά το έριχναν στην φωτιά έκανε πρα-πρα-πρα και αυτό γινόταν για ευετηρία.

Θεοφάνεια

Ψαλλόταν η ακολουθία στον ΄Αι- Γιώργη, έπαιρναν τις εικόνες στο ώμο και τις βουτούσαν στου Κουμλούκι το σιντριβάνι για αγιασμό. Κάθε νοικοκυρά βουτούσε τη δική της εικόνιτσα και οι άνδρες αντικείμενα των ζώων (κουδουνάκια, σάλμα από τα σαμάρια) και έτσι αγιάζονταν άνθρωποι και ζώα. Αργότερα με τον αγιασμό του σπιτιού από τον παπά έφευγαν και οι καλικάντζαροι. Στη λαϊκή φαντασία ήταν ανθρωπόμορφοι με μαύρα νύχια σαν νυχτερίδες, πηδούσαν από καμινάδα σε καμινάδα να βρουν σπίτι, που δεν ήταν περικυκλωμένο με στάχτες.
Τα Θεοφάνεια έψελναν τα παιδιά το σχετικό τραγούδι μέρα μετά τον αγιασμό των Υδάτων και φωνάζανε χιού-χιού, που θα πει κάλαντα. Λέγαμε:
Σήμερα τα φώτα και οι φωτισμός και χαρά μεγάλη στους ουρανούς…

Οι νοικοκυρές τους έδιναν ότι είχαν ευχαρίστηση.